Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ο μπαρμπέρης, τα ξουράφια του, το βγάλσιμο των δοντιών και άλλα περίεργα

Μια μικρή ιστορική αναδρομή
   Η περιποίηση των μαλλιών αποτελούσε φροντίδα του ανθρώπου, ενώ οι αρχαίοι τοποθετούσαν τη δύναμη της ζωής στα μαλλιά. Το επάγγελμα του κουρέα είναι γνωστό πριν από τον 5ο π.Χ. αιώνα και στα κουρεία σύχναζαν αργόσχολοι που τους άρεσε να φλυαρούν και να σχολιάζουν τα κοινωνικά.
   Στην Ελληνική κλασσική περίοδο 480-146 π.χ είχαν πολλές κορδέλες για τα μαλλιά και συχνά τα τύλιγαν σε διάφανα υφάσματα και σενδόνη, μία μαντίλα τυλιγμένη γύρω από τα μαλλιά. Χρησιμοποιούσαν και το λεγόμενο σάκο δηλαδή καπέλο με φούντα στην κορυφή.
  Τα κουρεία καθώς αναφέρει ο Όμηρος ήταν κινητά εγκατεστημένα στο ύπαιθρο και αυτό γιατί τα εργαλεία που μεταχειριζόταν ήταν μόνο δύο. Το ξυράφι (ξύρον) και το ψαλίδι (κουρίδα)
  Το ξυράφι όμως φαίνεται να είναι πανάρχαιο εργαλείο γιατί βρέθηκαν πάρα πολλά από πυρίτιο λίθο στους προιστορικούς χρόνους και γιατί ο Όμηρος αναφέρει την φράση «συν τω χρόνων»
  Από την αρχαιότητα τα μαλλιά θεωρούνταν σαν πηγή δύναμης, ομορφιάς και ζωτικότητας. Η βαφή των μαλλιών υπήρχε από την αρχαιότητα και την συναντάμε σε όλες τις φυλές του κόσμου. Τα κτένια ήταν διακοσμημένα με πετράδια, χρυσάργυρες επιστρώσεις, μαλαματένια, αργυρά και ελεφάντινα. 
   Τα μαλλιά από τους Ομηρικούς χρόνους έως και τους νεότερους είχαν συνδεθεί πανελλαδικά με τον γάμο και τον θάνατο. Οι Θεοί και οι ευγενείς είχαν μακριά μαλλιά.
    Στην Ελλάδα η κόμη ήταν και μέσον διάκρισης της τάξης των ανθρώπων. Οι δούλοι έκοβαν τα μαλλιά τους και απαγορευόταν σε αυτούς να είναι μακριά. Γιατί λέει ο Ξενοφώντας αν κουρευόταν το ίδιο, όπως οι ελεύθεροι πολίτες, δεν θα ήταν δυνατόν να διακρίνει κανείς τον ελεύθερο από τον δούλο πολίτη, επειδή το ένδυμα ήταν το ίδιο. 
  Ο δε Πλάτωνας προσθέτει, ότι ο δούλος διακρίνεται από το όνομα και την κόμη. Ο Αριστοτέλης αναφερόμενος στους Σπαρτιάτες λέει ότι οι άνδρες έπρεπε να είχαν ωραία κόμη, γιατί αυτό ήταν γι’ αυτούς σημείο ελευθερίας. 
   Όσοι ταξίδευαν με πλοία της εποχής κατά την τρικυμία "έθος επεκράτει" (συνήθεια) να τίλλωσιν (να μαδούν) οι επιβάτες τρίχες από την κεφαλή τους και να τις ρίχνουν στη θάλασσα προς εξιλέωση της οργής του Ποσειδώνα.
  Με την εξάπλωση όμως του πολιτισμού το επάγγελμα γίνεται πολυπλοκότερο και τα κουρεία αρχίζουν να στεγάζονται σε κτίσματα. Ιστορικά τώρα ο κουρέας αρχίζει να χρησιμοποιεί βαφές, να έχει περισσότερα εργαλεία, να ξυρίζει και να τοποθετεί περούκα. Επίσης αρχίζει να ονυχίζει και να απονυχίζει τα νύχια χεριών και ποδιών καθώς μας πληροφορούν ο Αρτεμίδωρος και ο Πολυδεύκης.
  Άρχισαν να έχουν ευρύχωρες και άνετες αίθουσες, καθρέφτες στους τοίχους, ράφια, εργαλεία, ψαλίδια, ξυράφια, μαχαίρια, λαβίδα για την εκρίζωση των τριχών και ονυχιστήριο για καθαρισμό και κόψιμο των νυχιών. 
  Ο Αλκίφρων μας πληροφορεί για τον θρόνο (κάθισμα-πολυθρόνα) όπου καθόταν ο πελάτης, τη σινδόνη (μπέρτα) με το οποίο ο κουρέας κάλυπτε τον λαιμό και το στήθος του πελάτη. Άρχισαν τα διάφορα είδη βαφών, αλοιφές, μυρωδικά έλαια, περούκες. 
  Τα κουρεία άρχισαν να γίνονται κέντρα συγκεντρώσεως με άοινα συμπόσια δηλαδή χωρίς οινοπνευματώδη ποτά, όπου ανακοίνωναν τα νέα της ημέρας. 
  Χαρακτηριστικό παράδειγμα: ρωτά ο κουρέας τον Αρχέλαο "πως σε κείρω" ;  (πώς να σε κουρέψω) και εκείνος απάντησε: «σιωπών» !
  Στον 8ο π.χ αιώνα έχουμε καταγραφές για γυναικείες και ανδρικές κομμώσεις καθώς και για πολλά εργαλεία όπως: κτένες,κουρίδα, ψαχούρι (για τα νύχια), ξυράφι, καλαμίδα, σιδερένιο όργανο για το βοστρυχισμό (μπούκλες) καθρέπτες, μπέρτα, βαφές, περούκα. 
  Κατά τον Αθηναίον η ψευδής κόμη (περούκα) μεταδόθηκε στην αρχαία Ελλάδα από την Κρήτη. Στην Ελλάδα όπως αναφέρει ο Λουκιανός φαίνεται ότι ήταν κοινή συνήθεια σε άνδρες και γυναίκες η ψευδής κόμη με γύρους τριχών, που τις ονόμαζαν περικεφαλαίας ή καρβάσα. 
  Στην Ελλάδα κατά το Ε” π.χ αιώνα τα «καλλυντικά» αλοιφές, αρώματα, περούκες κτλ. έχουν βγει στην παραγωγή και πωλούνται στην αγορά. Κατά τον Η΄ μέχρι τον ΣΤ΄ π.χ αιώνα χρησιμοποιούσαν ταινίες όπως και σήμερα εμείς τις διάφορες κορδέλες.
   Από το έτος 250 π.χ οι κομμώσεις είναι μέρος της εμφάνισης και αποτελούν επιτηδευμένες μορφές όπως και η ενδυμασία που συνδυάζεται πάντα με κόμμωση και εκφράζει τις κοινωνικές αντιλήψεις και τις ποικίλες κοινωνικές τάσεις.
   Στις αρχαίες κοινωνίες η διαφορετικότητα, η διαφορετική ταυτότητα, φαινόταν και από τον τρόπο ένδυσης και κόμμωσης. Οι Γαλάτες, για παράδειγμα, διέφεραν κατά πολύ από τους Ρωμαίους και ως προς την ενδυμασία και ως προς τον τρόπο που περιποιόντουσαν τα μαλλιά τους. 
  Αλλά και σε κάθε κοινωνία, αν την εξετάσουμε χωριστά, οι διαφορές, όσον αφορά στην ένδυση και την κόμμωση, συνιστούσαν διακριτικό γνώρισμα της κοινωνικής τά­ξεως στην οποία ανήκε ο καθένας. 
   Αλλιώς ντυνόντουσαν και κτενιζόντουσαν οι ευγενείς και οι άρχοντες κι αλλιώς ο λαός, αλλιώς οι ελεύθεροι κι αλλιώς οι δούλοι. Το κούρεμα φανέρωνε την εθνοτική ταυτότητα και την κοινωνική τάξη. 
  Το σημείο αυτό συνδέεται με ένα ιδιάζον χαρακτηριστικό του επαγγέλματος του κουρέα σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες, όπου ο κουρέας γνωρίζει και εφαρμόζει τη διαφορετικότητα στην κόμμωση. 
  Στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για παράδειγμα, ο κουρέας γνώριζε ότι έπρεπε να ξυρίζει τα πρόσωπα των Χριστιανών και τα κρανία των Οθωμανών και όχι το αντίθετο.
Το επάγγελμα του μπαρμπέρη
Ετυμολογία
Ο μπαρμπέρης είναι χειρωνακτικό επάγγελμα. Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από το γαλλικό barbe ([baʀb]), που σημαίνει «γένι», «μούσι».
Ιστορική αναδρομή του επαγγέλματος
   Το επάγγελμα έχει τις ρίζες του στο επάγγελμα του μεσαιωνικού κουρέα, που διατηρούσε δημόσια λουτρά και περιποιούνταν πελάτες και ασθενείς. Προφανώς εξελίχτηκε από την βοηθητική εργασία, αφού ο μπαρμπέρης ήταν βοηθός του κουρέα και ασχολούνταν κυρίως με το κόψιμο των μαλλιών και το ξύρισμα των πελατών. 
  Με την πάροδο του χρόνου, και ανάλογα με τις ικανότητες του καθενός ήταν σε θέση να κάνει εκτός αυτού και άλλες δουλειές, όπως το βγάλσιμο των δοντιών, την θεραπεία τραυμάτων (στρατιώτες μετά τον πόλεμο κλπ.), καταγμάτων, και άλλων πληγών και ασθενειών όπως τον καυτηριασμό των σπυριών. Ο κουρέας και ο μπαρμπέρης είχαν ως επί το πλείστον ανδρική πελατεία.
  Το επάγγελμα του μπαρμπέρη αναφέρεται γραπτώς για πρώτη φορά σε ένα έγγραφο το 1397 στην Κολωνία, ενώ επαγγελματικοί σύνδεσμοι των μπαρμπέρηδων εμφανίζονται το δεύτερο ήμισυ του 15ου αι. στο Γκντανσκ το 1457, στο Λίμπεκ το 1480 και στο Αμβούργο το 1486. 
  Οι μπαρμπέρηδες πλήρωναν ενοίκιο στον κουρέα για να χρησιμοποιήσουν το μαγαζί. Από τον 16ο αι. και μετά, και λόγων της παρακμής του θεσμού των δημόσιων λουτρών, οι μπαρμπέρηδες απόκτησαν μια κάποια αυτονομία και ανταγωνίζονταν τους κουρείς, δουλεύοντας και έξω από το κατάστημα. 
  Εκτός από το ξύρισμα και το κούρεμα θεράπευαν κοψίματα, τρυπήματα, κατάγματα και άλλα ατυχήματα που τους απέδιδαν χρήματα. Μέχρι τον 18ο αιώνα έκαναν ακόμα και ακρωτηριασμούς ή και καισαρικές τομές. Από τον 19ο αι. και με την ανάπτυξη του ιατρικού επαγγέλματος οι μπαρμπέρηδες άρχισαν να εξειδικεύονται.
  Ένας άλλος επαγγελματικός κλάδος δημιουργήθηκε στον 17ο αι. όταν ήρθαν στην μόδα οι περούκες. Ο κλάδος αυτός ασχολήθηκε με την κατασκευή της περούκας, αλλά και την κόμμωση των γυναικών, ενώ ο μπαρμπέρης παρέμεινε στο κούρεμα και το ξύρισμα των ανδρών.
Μια μικρή κοινωνιολογική ανάλυση
  Τα ελληνικά κουρεία, κοινώς μπαρμπέρικα, αποτέλεσαν και αποτελούν στις γειτονιές και τις πόλεις μικρά κοινοβούλια και κυρίως ανδρικά στέκια. Η κόμη, κοινώς το «μαλλί», σε όλες τις εποχές και σε όλες τις παραδόσεις αποτελούσε σήμα κατατεθέν, έτσι που τα διαχρονικά μπαρμπέρικα τύγχαναν της απολύτου εμπιστοσύνης των κατά καιρούς πελατών τους.
  Κανείς δεν αφήνει την τύχη του κεφαλιού του και κατ’ επέκταση της χωρίστρας του στα χέρια όποιου κι όποιου. Μπορεί στον γιατρό να εμπιστεύεσαι την υγεία σου, στον μπαρμπέρη όμως εμπιστεύεσαι τη σωστή της προβολή.
  Δεν πρέπει να υπάρχει προηγούμενο να συντελούνται ταυτόχρονα σε τόσο περιορισμένο χώρο, όπως σ’ αυτόν των κουρείων, τόσες πολλές κοινωνικές δραστηριότητες! 
  Πριν απ’ όλα, τα κουρεία υπήρξαν τόποι πληροφοριών και αναμετάδοσης των νέων. Ταυτόχρονα με την κουρά ανταλλάσσονταν, εκτός από τα βασικά και έκτακτα γεγονότα, πληροφορίες και απόψεις σχετικά με επίκαιρα και διαχρονικά θέματα.
  Η στενότητα των κουρείων δεν εμπόδιζε την ευρύτητα των απόψεων αλλά και των συζητήσεων επί παντός του επιστητού. Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας αποτελούν σταθερό σημείο όπου η σχέση επαγγελματία - πελάτη παραμένει μια σχέση βαθύτερη - εμπιστοσύνης και σύγκρουσης ταυτόχρονα.
   Τα κουρεία ενίοτε αποτελούν τα κοινοβούλια των κλειστών κοινωνιών, όπου η πολιτική πραγματικότητα, δίχως να χάνει σε εντάσεις, παραμένει στο πλαίσιο του απρόσκοπτου δημοκρατικού διαλόγου. 
  Γενικά το κουρείο - πάντα μιλάμε για το αντρικό μπαρμπέρικο, εκεί όπου δεν κυματίζει η αισθησιακή πτυχή του φουστανιού - μαζί με το καφενείο αποτελούν τη σταθερή αναφορά που συνδέει την αρχαία αγορά με τη σύγχρονη εκδοχή της.
Trivia
** Πώς γνώρισε ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης το λαϊκό συνθέτη Ακη Πάνου; Νεαρός έπαιζε κιθάρα σ' ένα κουρείο στην Καλλιθέα και τον πλησίασε, μόλις τελείωσε το κούρεμά του, ο Πάνου λέγοντάς του «εσύ παίζεις ωραία κιθάρα».
** Πού... έσκυβε το κεφάλι ο επιφανής και επιβλητικός πολιτικός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής; Στο κουρείο του Συρράκου και μετέπειτα του Πεντάκου (Κοραή 4) από τότε που ήταν απλός δικηγόρος.
** Γνωρίζετε ότι ο πατέρας του δημοφιλούς ηθοποιού Νίκου Κούρκουλου ήταν ένας από τους μετρ μπαρμπέρηδες της παλιάς Αθήνας;
** Στην αρχαία Ελλάδα, οι κούροι είχαν μακριά τα μαλλιά τους. 
** Αυτός που πρώτος έφερε το κακό μαντάτο για την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία (βλ. Πλούταρχος, «Περί αδολεσχίας») ήταν κουρέας. 
** Οι έφηβοι έκοβαν τα μαλλιά τους στην ειδική γιορτή των Απατουρίων.
** Οι Ρωμαίοι ήταν μακρυμάλληδες αρχικά και κοντοκουρεμένοι αργότερα (σ.σ. οι αριστοκράτες χρησιμοποιούσαν και τεχνητό κατσάρωμα) 
** Οι Βυζαντινοί είχαν πλούσια μαλλιά, και όταν έπεφταν σε παράπτωμα και καταδικάζονταν, κουρεύονταν με το ζόρι (από κει και η σημερινή φράση «άντε να κουρεύεσαι»).
** Στον Μεσαίωνα, οι κληρικοί ήταν θεραπευτές και είχαν βοηθούς κουρείς. 
** Οι κουρείς άσκησαν για αιώνες την οδοντιατρική και χειρουργική τέχνη έως το 1745. 
** Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, οι μπαρμπέρηδες ήταν στα χάνια και στα παζάρια (οι χριστιανοί είχαν ξυρισμένο πρόσωπο, οι μουσουλμάνοι ξυρισμένο κρανίο).
** Στον 20ό αιώνα μέχρι τη δεκαετία του '30 οι κουρείς εκτελούσαν και χρέη οδοντοβγάλτη και πρακτικού γιατρού γενικότερα.
** Οι κουρείς ή «μπαρμπέρηδες» αναλάμβαναν αποκλειστικά το κούρεμα και ξύρισμα των ανδρών (αφού τα σύγχρονα κομμωτήρια άρχισαν να λειτουργούν μόνο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ενώ αρχικά εξυπηρετούσαν μόνο γυναίκες που προέρχονταν από τα μέσα και ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα).
** Το κουρείο και ο κουρέας έχουν την τιμητική τους στις τέχνες (τραγούδι, κινηματογράφος, θέατρο, θέατρο σκιών, όπερα, λογοτεχνία). Από τον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Μπομαρσέ έως το «Μπαρμπεράκι» του Γιώργου Μπάτη. 
   Από την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Η ωραία του κουρέα» με τον Γιάννη Γκιωνάκη έως επιθεωρησιακό νούμερο του Μίμη Τραϊφόρου με τον Νίκο Σταυρίδη μπαρμπέρη. 
  Από τα βιβλία του Μένη Κουμανταρέα «Κουρείο» και «Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» έως ένα σχετικό διήγημα της Ζυράννας Ζατέλη από τη συλλογή «Περσινή αραβωνιαστικιά».
Ο μπαρμπέρης και ο κουρέας στην Ελλάδα
   Παλιά στα χωριά ο μπαρμπέρης δεν ήταν κύριο επάγγελμα, αλλά δεύτερο επάγγελμα κάποιου γεωργού ή άλλου επαγγελματία. Τα παλιά χρόνια ο μπαρμπέρης ήταν υπαίθριο επάγγελμα. Εντόπιζαν ένα καλό μέρος όπου δε φυσούσε, έστηναν την πολυθρόνα και δούλευαν εκεί. 
  Αργότερα στεγάστηκαν στα καφενεία, μιας και τα κουρεία ήταν ταυτόχρονα και στέκια. Μαζευόντουσαν εκεί οι άντρες, κουβέντιαζαν και διάβαζαν εφημερίδα. Καμιά φορά έλεγαν και παραμύθια, γιατί οι περισσότεροι κουρείς ήταν και καλοί παραμυθάδες.
   Ο παραδοσιακός κουρέας είχε την χειροκίνητη μηχανή, ψιλή ή χοντρή για μαθητές, το καλοτροχισμένο ψαλίδι, το λουρί για το τρόχισμά του. Σε μια πρόκα ήταν καρφωμένα τα χαρτάκια για να σκουπίζει τις σαπουνάδες. Δίπλα είχε το δοχείο με το κόκκινο λάστιχο που μέσα έβαζε το χαρτάκι για να σκουπίζει το ξυράφι. 
  Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε ο αφρός ξυρίσματος, αλλά το παραδοσιακό σαπούνι όπου δημιουργούσε τη σαπουνάδα και είχαν την αρωματική πούδρα για πασπάλισμα του σβέρκου. 
  Επίσης δεν υπήρχε λακ, αλλά το μπριλ γκημ για το συγκράτημα των μαλλιών. Στον τοίχο ήταν κρεμασμένη η νιφτήρα και από κάτω η λεκάνη για να κρατάει τα μοσχομυρισμένα από τις πούδρες βρωμόνερα. Όταν άδειαζε η λεκάνη στο πεζοδρόμιο, μοσχοβολούσε ο τόπος.
Ο μπαρμπέρης – πρακτικός γιατρός
   Ο μπαρμπέρης εκτός από την τέχνη του κουρέματος και του ξυρίσματος, έκανε και τον πρακτικό γιατρό ή τον οδοντογιατρό, ανάλογα με το πώς τον καλούσε η ανάγκη.
  Όταν ο κουρέας έπρεπε να βγάλει ένα σάπιο δόντι, κάθιζε τον πελάτη στην πολυθρόνα, έδενε μια μεγάλη πετσέτα ολόγυρα στο λαιμό του πελάτη, και έβαζε τα καλφαδάκια (βοηθούς) να τον κρατάνε σφικτά. Ύστερα έπαιρνε μια τανάλια και με ένα τράβηγμα ξερίζωνε το δόντι. 
  Αν ο πελάτης λιποθυμούσε από τον πόνο, ο κουρέας του έριχνε μια κανάτα νερό για τον συνεφέρει. Ύστερα έφτιαχνε αλατόνερο και με αυτό απολύμανε την πληγή και σταματούσε την αιμορραγία.
  Σε κάποια ορεινά χωριά, ο οδοντογιατρός – μπαρμπέρης χρησιμοποιούσε για την εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού ένα φυτό που το λένε σκάρφη. Ξέραινε τη ρίζα της σκάρφης και έβαζε απάνω στο δόντι ένα κομματάκι. Το φυτό αυτό είχε την ιδιότητα να λιώνει κυριολεκτικά το δόντι. Φυσικά μαζί με το χαλασμένο δόντι, συχνά καταστρέφονταν και τα γερά. 
  Όταν ο κουρέας ήθελε να σφραγίσει ένα δόντι, το σκάλιζε στο σημείο που ήταν σάπιο με ένα λεπτό σύρμα. Το καθάριζε καλά και ύστερα έλιωνε ασήμι, το έκανε μπαλάκι και το τοποθετούσε στην κουφάλα του δοντιού.
  Παράλληλα με το επάγγελμα του οδοντογιατρού, ο κουρέας έκανε και τον πρακτικό γιατρό. Όταν κάποιος είχε ζαλάδα λόγω υπέρτασης, πήγαινε στον κουρέα να του πάρει αίμα. 
  Ο κουρέας ξάπλωνε τον ασθενή στην πολυθρόνα και του ξύριζε ίσαμε μια δεκάρα την κορυφή του κεφαλιού. Στη συνέχεια του χάραζε με ένα ξυραφάκι το σημείο του δέρματος. 
  Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, έπαιρνε ένα κέρατο από βόδι, ακουμπούσε το ένα άκρο στην πληγή και από το άλλο άκρο ρουφούσε το αίμα και το έφτυνε σε μια λεκάνη. Με τον τρόπο αυτό τραβούσε ως και δύο ποτήρια αίμα και ο άρρωστος ξαλάφρωνε.
  Μέσα στα καθήκοντα του πρακτικού γιατρού ήταν και το κόψιμο των βεντουζών. Όταν κάποιος κρυολογούσε φώναζε τον κουρέα να του κόψει βεντούζες.
   Στην αρχή ο κουρέας κρατώντας μια μια τις βεντούζες τις ζέσταινε λίγο στο δαυλό που κρατούσε στο ένα χέρι και με το άλλο τοποθετούσε τη βεντούζα στην πλάτη του αρρώστου. 
  Αφού προκαλούσε υπεραιμία, έβγαζε το τσάρκι (ένα μηχάνημα με ξυραφάκι) και με αυτό χάραζε την πλάτη του αρρώστου στα σημεία που είχε προηγουμένως σημειώσει με σταυρό. 
  Μόλις άρχιζε να αναβλύζει το αίμα, ο κουρέας έβαζε πάνω στην πληγή τη ζεστή βεντούζα για να τραβήξει το «χαλασμένο αίμα» όπως έλεγαν. Ύστερα για να μη μολυνθούν οι πληγές, ο πρακτικός γιατρός έβαζε πάνω στις πληγές λίγο ελαιόλαδο και τις σκέπαζε με ένα καθαρό πανί.
Παλιά και Σήμερα
** Οι κουρείς μάθαιναν την τέχνη ως μαθητευόμενοι (χωρίς πληρωμή συνήθως), δίπλα σε ένα παλιό κουρέα. Συνήθως παρακολουθούσαν απλώς τον κουρέα να εργάζεται (αφού τις περισσότερες φορές δεν κοπίαζε ο ίδιος για την εκπαίδευσή τους) και εξασκούσαν στη συνέχεια την τέχνη τους σε φίλους και συγγενείς, μέχρι να τελειοποιηθούν. 
  Για να εξασκήσει κανείς το επάγγελμα αυτό, αρκούσε απλώς η εκμάθηση της τέχνης, κάτι που δεν ισχύει σήμερα, αφού, εκτός του πιστοποιητικού εκμάθησης από κάποιο αναγνωρισμένο κρατικό οργανισμό, για την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος απαιτείται και η συγκέντρωση κάποιων ενσήμων για την παροχή άδειας λειτουργίας καταστήματος. 
** Οι κουρείς χρησιμοποιούσαν κάπως διαφορετικές μεθόδους και τεχνικές από τους/τις σημερινούς/ες κομμωτές/τριες αφού κούρευαν με χτένα και ψαλίδι και δεν χρησιμοποιούσαν τα δάχτυλά τους σε συνδυασμό με το ψαλίδι, ενώ δεν έλουζαν οπωσδήποτε τους πελάτες τους. 
** Οι πελάτες μπορούσαν να απολαύσουν ξύρισμα και περιποίηση προσώπου (με κομπρέσα από ζεστή πετσέτα, μασάζ και χρήση αρωματικής κολόνιας), επιμέλεια γενειάδας και μουστακιού, βάψιμο μουστακιού και μασάζ στο τριχωτό της κεφαλής με ένα διάλυμα από φιλτραρισμένο καθαρό οινόπνευμα, νερό και άρωμα τριαντάφυλλου.
** Τα υλικά και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν συνήθως ήταν: 
  α) για το κούρεμα: ψαλίδι, χτένα και χειροποίητη ξυριστική μηχανή με χοντρή ή ψιλή σχάρα (μέχρι το 1965-1970 περίπου) και αργότερα (γύρω στα 1970) ηλεκτρική ξυριστική μηχανή με τέσσερις σχάρες, 
  β) για το ξύρισμα: νερό, αρωματικό σαπούνι (συνήθως το «Σπλέντιτ»), ακονιστικά ξυραφάκια (διάρκειας έως και ενός έτους), λουρί ακονίσματος, οινόπνευμα και κλίβανο αποστειρώσεως, ενώ σήμερα χρησιμοποιούν ξυραφάκια μιας χρήσεως,
   γ) για την περιποίηση προσώπου: πετσέτες, ροδόσταγμα (απόσταγμα τριαντάφυλλου), κολόνια, καθαρό οινόπνευμα, 
  δ) για την περιποίηση του μουστακιού, της γενειάδας και των μαλλιών: ψαλίδι και μαντέκα (αρωματική αλοιφή για τη βαφή του μουστακιού), και, 
ε) για την περιποίηση των μαλλιών: μπριγιόλ (αρωματισμένο παραφινέλαιο).
Το ξύρισμα του γαμπρού πάνω στο ξάγι 
Ξάγι ήταν ένας σιδερένιος στρογγυλός κουβάς με χέρι που χώραγε περίπου 12 οκάδες . Το είχαν για να μετρούν το στάρι (τόσα ξάγια στάρι έκανε)
     Την ημέρα λοιπόν του γάμου προς το μεσημεράκι στρώνανε , στην αυλή αν ήταν καλός ο καιρός ή στο δωμάτιο αν ήταν χειμώνας , μια αντρομίδα (στρωσίδι από μαλλί κατσίκας ) . Βάζανε ανάποδα το ξάγι και πάνω κάθιζαν το γαμπρό .
     Ο κουρέας ετοίμαζε τα σύνεργα για το ξύρισμα του γαμπρού ενώ γύρω του αγόρια και κορίτσια , συγγενείς και συμπέθεροι τραγουδούσαν και χόρευαν ρίχνοντας κέρματα στο δοχείο της σαπουνάδας ή σ`ένα κουτί που είχε δίπλα του ο κουρέας γι`αυτό το σκοπό . 
    Ο κουρέας καθυστερούσε το ξύρισμα σκόπιμα και με διάφορες δικαιολογίες για να μαζέψει περισσότερα χρήματα . Πότε τα ξυράφια του δεν έκοβαν και ώρες τα ….τρόχιζε, πότε η σαπουνάδα δεν ήταν καλή και την έχυνε για να φτιάξει άλλη.
      Για τον γαμπρό όλ`αυτά ήταν σωστό μαρτύριο γιατί το κάθισμά του κάθε άλλο παρά αναπαυτικό ήταν και γι`αυτό έμεινε «στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό»
      Πριν αρχίσει το ξύρισμα το πρώτο τραγούδι ήταν:
«Φέρτε ξυράφια από τη Χιό
ξυράφια από την Πόλη
για να ξυρίσουν το γαμπρό
να τον ζηλεύουν όλοι»
      Σε κάθε στροφή του χορού άλλαζε το πρώτο παλικάρι που έσερνε το χορό και έριχνε λεφτά στον κουρέα.
      Άλλα τραγούδια που τραγουδούσαν την ώρα του ξυρίσματος ήταν :
«Φέρτε ωραία γαρίφαλα
φέρτε ασημένιο τάσι
τ`αντρόγυνο που θα γενεί
να ζήσει να γεράσει
Γαμπρέ μου σου την φέραμε
Την πέρδικα απ`τα όρη
Που είναι στον κόσμο ξακουστή
Και τη ζηλεύουν όλοι
Πες μου λοιπόν τις χάρες της
Γιατί δεν τις γνωρίζω
Αφού κι εγώ να παντρευτώ
Στον τόπο σας φροντίζω
(όπως  ο γαμπρός είναι ξενόφερτος).
Μια πρώτη ανάμνηση
  Θυμάμαι , όταν ήμουν στο Δημοτικό σχολείο, έπρεπε πριν αρχίσουν τα σχολεία όλοι οι μαθητές (τα αγόρια), να περάσουν από τον κουρέα του χωριού για το σχετικό κούρεμα με την «ψιλή» μηχανή, όπως έλεγαν τότε, κανόνας απαράβατος, όλα τα αγόρια έπρεπε να ήσαν κουρεμένα σχεδόν «γουλί»
  Το μόνο που μπορούσες να περισώσεις από τα μαλλιά σου ήταν το περίφημο «κοκοράκι», μία τούφα μαλλιά πάνω από το μέτωπο, σαν το λειρί του κόκορα.  Έτσι λοιπόν μαζεύονταν όλα τα παιδιά, κυρίως το Σάββατο έξω από το κουρείο για το σχετικό κούρεμα.
  Τον πολύ παλιό καιρό, στα χωριά ο κουρέας δεν είχε κουρείο, αλλά κούρευε σε κάποια γωνία του καφενείου ή έξω στο προαύλιο χώρο, έτσι τα πειράγματα σε κάθε ένα που κουρευόταν έξω από το καφενείο πήγαιναν σύννεφο, γιατί μην νομίζετε ότι όλοι όσοι κούρευαν τότε, ήσαν και επαγγελματίες !
   Οι περισσότεροι όπως έλεγαν με καμάρι, έμαθαν να κουρεύουν στον στρατό, όταν πήγαιναν φαντάροι αυτοί που συνήθως ήταν τσοπάνηδες και ήξεραν από κούρεμα των προβάτων, τους έκαναν κουρείς στους νεοσύλλεκτους στρατιώτες, έτσι έπαιρναν το "τιμητικό δίπλωμα" από τον στρατό!
  Βέβαια υπήρχαν και επαγγελματίες κουρείς που σε κούρευαν απίθανα, σου έβαζαν στο τέλος και την σχετική κολόνια που η μυρωδιά της μου έρχεται ακόμα στην μύτη μου, όσο δε για την “λογοδιάρροια” που είχαν, άσε δεν το συζητώ καθόλου ή μάλλον κοίταζες την ώρα πότε θα τελειώσει το κούρεμα ή το ξύρισμα για να γλυτώσεις από το "μαρτύριο" αυτό!
Παρόλα αυτά συναντάς και σήμερα σε χωριά και πόλεις αυτά τα μικρά παραδοσιακά κουρεία που τα συντηρούν ακόμα οι γέροντες πλέον κουρείς, αλλά τα περισσότερα κουρεία σήμερα έχουν αλλάξει το "προφίλ" τους !
  Έχουν γίνει σύγχρονα , με τις ηλεκτρικές μηχανές τους, το λούσιμο και ειδικό κούρεμα-χτένισμα μαλλιών και τόσα άλλα ! 
  Το κουρείο τώρα έγινε και κομμωτήριο μαλλιών, έτσι συναντάς αντρικά κουρεία με γυναίκες κουρείς που αναλαμβάνουν να σε κουρέψουν, ξυρίσουν, λούσουν, χτενίσουν, να στα βάψουν!! και ...αν θέλεις σου "πατάνε" στα γρήγορα και ένα πιο καινούριο "προϊόν" και ανδρικό πλέον: το "μανικιούρ-πεντικιούρ" έτσι για χαλάρωση, αλλά ασφαλώς με πιο "βαθιά" το χέρι στην τσέπη σας!
Μια δεύτερη ανάμνηση
   Το κουρείο παλιά είχε μια αίγλη. Ο πελάτης έφευγε ανανεωμένος, ξανανιωμένος. 
   Θα θυμηθώ ένα παλιό στο Κέντρο της Αθήνας. Μεσήλικας ο πελάτης. Καθότανε στην πολυθρόνα και έδινε εντολή στον μπαρμπέρη : " ...μαλλιά και ξούρισμα κόντρα και κοίτα μη με σφάξεις..." Χαμογελούσαν και ο κουρέας και ο βοηθός γνωστός ως ...βούρτσα.
  Το ψαλίδι δεν σταματούσε να παίζει ακόμα και όταν δεν έκοβε κράταγε τον ρυθμό, έλεγε ο ειδικός. Σαπούνι σε σκόνη Σπλέντιτ, μεγάλο τρίχινο πινέλο και παχιά σαπουνάδα στο μεταλλικό μπώλ. Το ξυράφι μετά ακόνισμα στο δερμάτινο λουρί.
Σπάνια θα γινότανε ατύχημα και αυτό από την κουβέντα, αμέσως η στύψη και σταματούσε το αίμα.
  Η κατσαρόλα στο μικρό φορητό μάτι είχε βραστό νερό και από πάνω  ζεστές πετσέτες για κομπρέσες στο πρόσωπο. Μασάζ ελαφρύ στα μάγουλα αλλά και στους κροτάφους. Ο πελάτης ένοιωθε Αγάς ! Κολώνια λεβάντα στο πρόσωπο και μπριγιόλ στα μαλλιά. Έτοιμος και φρέσκος ο πελάτης !
  Ο βούρτσας στον ρόλο του για τις τρίχες στο σακάκι και το παλτό από τον καλόγερο να το κρατάει για να το φορέσει. Το πουρμπουάρ το καταλάβαινε από το μέγεθος και ανάλογο και το χαμόγελό του.
Μια τρίτη ανάμνηση
  Τα παλιά χρόνια αλλά και σήμερα, η ανάγκη του κουρέματος και ξυρίσματος, στα ορεινά χωριά ή ερημωμένα, είχε ιδιαίτερη ζήτηση. Ο υπαίθριος κουρέας με το βαλιτσάκι του που περιείχε όλα τα απαραίτητα εργαλεία, γυρνούσε όλα τα χωριά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής. 
Αυτές τις ημέρες διάλεγε κυρίως, γιατί ήταν ημέρες αργίας και ο κόσμος μαζευότανε στα κεντρικά καφενεία. Κάποιος θα είχε ανάγκη από τους θαμώνες την ανάγκη των υπηρεσιών του. 
  Η  απαραίτητη επίπλωση δηλαδή η καρέκλα για να καθίσει ο πελάτης, το τραπέζι του καφενείου να τοποθετήσει τον μικρό του καθρέπτη και τα σύνεργά του, στηνόντουσαν στο άστραμα. Οι πελάτες στην ουρά και τα πειράγματα άρχιζαν. 
  Το κουρείο ήταν απλό… Δύο καρέκλες για την αναμονή, μια πολυθρόνα για τον πελάτη, το τραπεζάκι με τα απαραίτητα σύνεργα, τον καθρέπτη και την τενεκεδένια βρυσούλα με το νερό. 
  Το μπρίκι, το καμινέτο με το οινόπνευμα για να ζεσταίνεται το νερό. Τα πινέλα για την σαπουνάδα, και για καθαρισμό του σβέρκου από τις τρίχες. Η μεταλλική κούπα για την σαπουνάδα, η σκόνη σαπουνιού. Η λεπίδα ξυρίσματος με το πετσί για το τρούχισμα της λεπίδας. 
 Η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος… αργότερα αντικαταστάθηκε από ηλεκτρική μηχανή. Το μεταλλικό δοχείο με σκέπασμα για οινόπνευμα, το μεταλλικό δοχείο με το άρωμα από γιασεμί ή λεμόνι, το τασάκι για τον καθαρισμό της λεπίδας. 
  Οι πετσέτες για το ξύρισμα και το κούρεμα, τοποθετημένες νοικοκυρεμένα στα συρτάρια, κατάλευκες και σιδερωμένες στην τρίχα από την γυναίκα του μπαρμπέρη. Το επάγγελμα του κουρέα ή μπαρμπέρη είναι μία εργασία καλλιτεχνική. 
  Σκοπός της ιεροτελεστίας του ξυρίσματος και του κουρέματος είναι ο καλλωπισμός και η ομορφιά. Μετά το κούρεμα ακολουθούσε το λάδωμα των μαλλιών με μπριγιόλ, έδινε λάμψη στην τρίχα και την δυνάμωνε. 
   Τώρα τα μαλλιά τα κουρεύουν με ηλεκτρικές μηχανές, οι μεταλλικές λεπίδες έχουν αντικατασταθεί με ξυραφάκια που μπαίνουν σε ειδικές υποδοχές. 
   Η σαπουνάδα έχει αντικατασταθεί με αφρό ξυρίσματος. Το στέγνωμα των μαλλιών με ηλεκτρικά πιστολάκια. Το μπριγιόλ με ζελέ. Η περιποίηση είναι σήμερα πιο εύκολη και πιο καλή. 
Αναμνήσεις από μπαρμπέρηδες
Οι πεπονοκέφαλοι και οι πλατσοκέφαλοι
** «Το κεφάλι δεν είναι επίπεδη επιφάνεια. Αλλος είναι πεπονοκέφαλος. Αλλος είναι πλατσοκέφαλος, σαν τον Ηπειρώτη. Αλλος έχει ιδιαιτερότητες. Η δουλειά, λοιπόν, του κουρέα θέλει αρχιτεκτονική, πρέπει να ξέρεις γεωμετρία» (Ηλίας Πολυχρονάκης)
** «Η τεχνική είναι με τσατσάρα και ψαλίδι, αλλά δεν είναι το ψαλίδι που κάνει τη διαφορά• είναι η τσατσάρα• και μηχανή να βάλουμε, το μέτρημα γίνεται με την τσατσάρα» (Λευτέρης Γεράσοβιτς)
** «Το μάτι να κόβει, το μυαλό να δουλεύει και τα χέρια να πιάνουν, αυτό είναι το μυστικό» (Κώστας Γεωργακόπουλος)
** «Δόξα τω Θεώ, έχω δουλειά. Εζησα την οικογένειά μου από το ψαλίδι. Είναι τιμή μου που ασχολήθηκα μ' αυτή τη δουλειά (Θάνος Σακελλαρίου, λεωφ. Αλεξάνδρας)
** Ο Ζαρίφης, που ήταν και πλακατζής, ρώτησε τον κουρέα τι κάνει τις τρίχες από το κούρεμα των πελατών. «Τις πετάω», του λέει ο μπαρμπέρης. «Είσαι καλά; Στην Αμερική τις μαζεύουνε και πληρώνουνε κιόλας». Αφελής ο άλλος, του μπαίνει στο μυαλό η ιδέα.
   Έπειτα από καιρό έρχεται πάλι να κουρευτεί ο Ζαρίφης. «Τις κράτησες;». «Βέβαια». «Τις ξεχώρισες;» «Δηλαδή;», ξεραίνεται ο κουρέας. «Εμ! Πώς θα τις πουλήσουμε, ανάμικτες; Ξεχωριστά οι άσπρες, ξεχωριστά οι μαύρες». Αγνοείται η απάντηση του κουρέα (Χρ. Αργυρόπουλος)
** «Από μικρός μ' άρεσε να γίνω κουρέας. Ηθελα να παίζω στα χέρια μου το ψαλίδι και να ομορφαίνω τον άνθρωπο... Τριάντα πέντε χρόνια κουρέας. Ζωή ολόκληρη. 
Όμορφα χρόνια... Μια νύχτα ένας έχτισε την πόρτα του κουρείου με τούβλα, τη σοβάντισε κανονικά, άσπρισε, κι εγώ, σαν πήγα το πρωί, έψαχνα με το κλειδί στο χέρι να βρω την πόρτα για ν' ανοίξω το μαγαζί. 
  Κι άλλοτε μου 'κλεισαν μέσα δυο δεμένα κριάρια, πριν τα ετοιμάσουν για ένα γαμήλιο τραπέζι. 
  Τώρα, στα εβδομήντα τρία μου χρόνια, κάθομαι εδώ και με πηγαίνουν οι αναμνήσεις μου όπου θέλω. Δεν μπορώ να τρέξω, να χορέψω, αλλά δοξάζω τον Θεό που με κρατά στη ζωή, μες στην αγάπη των αδελφών μου, και χαίρομαι αγναντεύοντας την ομορφιά και τη θάλασσα» (Αλέκος Μπούμπας ή «Πλαστήρας», συνταξιούχος κουρέας στην Τήνο)
Μια μικρή Πινακοθήκη
Το Ποντίκι
Ελευθεροτυπία
πίσω στα παλιά
Βικιπαίδεια
ct-srv2.aegean
komianos.wordpress.com
Κάτι παρόμοιο στο blog :
"Τρίχες κατσαρές" την δεκαετία του '70
Μουστάκια, γένια και άλλες περίεργες τρίχες !
Τα 11 διασημότερα μουστάκια στην ιστορία… της τρίχας !
Στο σπίτι της κυρα-Κατίνας της κομμώτριας
12 χριστουγεννιάτικα γένια
Απίστευτα χτενίσματα σε δαγκεροτυπίες του 1850
Ο χορός της ... αρκούδας!!
... και καϊμάκι έχω !! 
«Ο παγωτατζής !! Στο ξυλάκι το'χω !! Φρέσκα παγωτά !!»
"- Α, να χαθείς, λούστρε !! "  
 "Ο γαλατάς, φρέσκο, ολόπαχο γάλα!" 
Ο καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα !  
Ο φούρναρης της γειτονιάς  
Χασάπης είμαι ζηλευτός παιδάκι σ' όλα φίνο! 
Ο κουλουράς, τα σιμίτια και "Άντε και στην Πόλη κουλουρτζής" !  
Ζητιάνος: Μια μερακλαντάν ανάλυση από τον κύριο Νέστορα !.. 
Μπακάλικα, εδώδιμα αποικιακά ...με τη σέσουλα και ο «μπακαλόγατος» της γειτονιάς !
Zητείται μικρός
Εισπράκτορας : -"Στάση Λυσσιατρείο. Θα κατέβει κανείς ;" !
Ο παγοπώλης της γειτονιάς, οι παγοκολόνες και τα ψυγεία πάγου…
Τα υπόγεια υδάτινα όνειρα των Αθηναίων, οι νερουλάδες και το Αμαρουσιώτικο νερό
Περίπτερα, περιπτεράδες και ιστορίες της γειτονιάς !
Ο σαλεπιτζής : «Σαλέεεπ, ζεστό σαλέεεεπ»
Ο πλανόδιος μανάβης : «Κρύο κρύο σαν το μπούζι είναι το γλυκό καρπούζι» !
Οι αμαξάδες, οι χωματόδρομοι και οι βόλτες στις εξοχές !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.