Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Στ' αλώνια

Στ’ ἁλώνια, καλοσάρωτα και  ξεχορταριασμένα,
θὰ ξαπλωθοῦν οἱ θημωνιές, ξανθόμαλλες πλεξίδες.
Τὰ στάχυα τρίβει καὶ μασᾷ περνῶντας ἡ ροκάνα.
πλατάνι τὸ σαγόνι της, τὰ δόντια της στουρνάρια.
Τὰ βόϊδα σέρνουν τὸ θεριό, ζευγαρωτὰ δεμένα,
καὶ δαμασμένο τὸ πατᾷ, τὰ βόϊδα κυβερνῶντας,
ὡραία ἁρματοδρόμισσα, λαμπαδωτὴ στημένη.
Στὰ χείλη της ὁ σάλαγος γλυκόφωνο τραγούδι,
στὰ χέρια της ἀπόνετο καλάμι εἶν’ ἡ βουκέντρα.
Ὁ νοικοκύρης τ’ ἁλωνιοῦ, μὲ τὸ κρασὶ στὸ γόνα,
κερνᾶ τοὺς ξένους, ποὺ περνοῦν, καὶ κράζει τοὺς γειτόνους,
κι ἕνας λυράρης παίζοντας, τυφλός, τυφλὰ τὴ λύρα,
μοιράζει εὐχὲς γιὰ τὴ σοδειά, κάθε φορὰ ποὺ πίνει
Κι ἀρχίζει τὸ ξανέμισμα τῆς νύχτας μὲ τ’ ἀπόγειο·
σύννεφο ἀπὸ τὰ ξυλόφτυαρα στὰ οὐράνια ἀναπετῶντας
τ’ ἄχυρο φεύγει ἀνάλαφρο καὶ τὸ σιτάρι πέφτει
γῦρο στὸ φῶς τῶν φαναριῶν, χρυσῆ ψιχάλα ἀπ’ τ’ ἄστρα.
Σωρὸς σιτάρι, ἂν καρτερῆ τοῦ μετρητῆ τὰ χέρια,
πρὶν ἀπ’ τὰ χέρια τὸ μετροῦν τὰ πόδια καὶ τὰ μάτια,
τὰ πόδια μὲ τὸ πήδημα, μὲ τὴ ματιὰ τὰ μάτια,
Φτερὸ τοῦ νιοῦ τὸ πήδημα, σοφὴ ἡ ματιὰ τοῦ γέρου.
Ἄβρεχη κι ἄκαγη ἡ σοδειὰ σηκώνεται ἀπ’ τ’ ἁλώνι,
λίβας δὲν τὴν καψάλισε κι ἡ μπόρα δὲν τὴν πῆρε·
χρονιάρα, τροφοδότισσα γεμίζει τὶς κουβέλες.
Γεώργιος Δροσίνης
Άλλα ποιήματα του Δροσίνη στο blog :
Άλλα παιδικά ποιήματα του Δροσίνη στο blog
Στ' αλώνια (ΙΙ)
Το ψωμί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.