Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Γυμνό Γεύμα : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Α΄

Κάτι σαν Πρόλογος
   Σπάνια ένα βιβλίο αγγίζει τις μυθικές διαστάσεις που άγγιξε το «Γυμνό Γεύμα» (Naked Lunch, 1959) του Γουίλιαμ Μπάροουζ. 
     Ό,τι έχει να κάνει με το βιβλίο έχει περιβληθεί την αχλύ του μύθου: ο συγγραφέας του, ο τίτλος του, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε, οι διαφορετικές εκδοχές του, το σκανδαλώδες περιεχόμενό του. 
   Και φυσικά οι δικαστικές μάχες στις οποίες ενεπλάκη – υπήρξε άλλωστε το τελευταίο βιβλίο που διώχθηκε δικαστικά στις ΗΠΑ για το «άσεμνο» περιεχόμενό του.
    Το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα μυθιστόρημα παρανοϊκό, παραληρηματικό, σατιρικό, εφιαλτικό, ωμό, φρικώδες. 
   Είναι επίσης ένα από τα κορυφαία, κλασικά βιβλία του 20ου αιώνα. Μία εξέλιξη που δεν θα περίμενε ούτε ο ίδιος ο Μπάροουζ, για ένα βιβλίο που δεν έχει συμβατική, γραμμική πλοκή, που δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. 
     Ένα βιβλίο που αντλεί από τα βιώματα του Μπάροουζ, τις εμπειρίες του με τα ναρκωτικά, το ομοφυλοφιλικό σεξ, το κοσμοπολίτικο, σουρεαλιστικό περιβάλλον της μαροκινής Ταγγέρης των '50s. 
     Ένα βιβλίο που ο ίδιος ο Μπάροουζ επέμενε πως ο καθένας μπορεί να το «πιάσει» από το σημείο που προτιμά. 
    Ένα βιβλίο που ξεκίνησε εν μέρει σαν σκέψεις-σημειώσεις του Μπάροουζ και εν μέρει σαν αλληλογραφία με τον ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ. 
   Αλλά για να καταλάβει κανείς το «Γυμνό Γεύμα», πρέπει πρώτα να καταλάβει τι εστί Γουίλιαμ Μπάροουζ.
Ζωή σαν βιβλίο
    Τρομερό κλισέ, μα τόσο εύστοχο στην περίπτωση του Γουίλιαμ Μπάροουζ. Η ζωή του μοιάζει βγαλμένη από βιβλίο του – ή μήπως το αντίστροφο; Άλλωστε, στην (εν μέρει αυτοαναφορική) βιβλιογραφία του Μπάροουζ τα όρια ζωής και μυθοπλασίας αμβλύνονται καθώς πραγματικό και φανταστικό εισχωρούν το ένα στο άλλο.
   Ο Γουίλιαμ Σιούαρντ Μπάροουζ γεννήθηκε το 1914 στο Σεντ Λούις του Μιζούρι, σε μία εύπορη οικογένεια. 
   Σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Χάρβαρντ, προτού σταδιακά παρασυρθεί σε μία πιο μποέμικη ζωή: ταξίδια στην Ευρώπη, ναρκωτικά, σχέσεις με γυναίκες αλλά και νεαρούς άνδρες
   Περιπλανώμενος, ο Μπάροουζ έκανε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, από ιδιωτικός ντετέκτιβ μέχρι απολυμαντής. Το 1943, γνωρίστηκε στη Νέα Υόρκη με τους νεαρούς Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ. 
   Οι τρεις τους έμελλε να αποτελέσουν τον βασικό πυρήνα της λεγόμενης «Γενιάς Μπητ» (Beat Generation), μία χούφτα λογοτεχνών που τάραξαν τα νερά της συντηρητικής αμερικανικής κοινωνίας των ‘50s με την προκλητική θεματολογία τους, τους εκφραστικούς πειραματισμούς τους, την αντισυμβατική ζωή τους. 
     Βέβαια, εκείνη την περίοδο, ο Μπάροουζ έγραφε περισσότερο περιστασιακά. Η κύρια "ασχολία" του ήταν ο εθισμός του σε διάφορα ναρκωτικά, ιδίως ηρωίνη, και αργότερα η εναγώνια προσπάθειά του να εντοπίσει το «γιαγκέ», ένα παραισθησιογόνο που πίστευε πως θα του έδινε το χάρισμα της τηλεπάθειας.
  Η ζωή του Μπάροουζ άλλαξε δραματικά το1951, στο Μεξικό, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη σύλληψη από τις αρχές στη Λουιζιάνα για κατοχή μαριχουάνας. 
    Ο Μπάροουζ έπαιξε ένα παιχνίδι «Γουλιέλμου Τέλλου» με την επίσης ναρκομανή σύζυγό του, Τζόαν Βόλμερ. Αντί να πετύχει το ποτήρι που είχε τοποθετήσει πάνω το κεφάλι της, πέτυχε το κεφάλι. Παραδόθηκε μόνος του στις αρχές. Τελικά όμως, το έσκασε στις ΗΠΑ και καταδικάστηκε ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση για ανθρωποκτονία, ποινή από την οποία γλίτωσε με αναστολή.
Ολοταχώς προς Ταγγέρη: 
Welcome to Interzone
    Ουσιαστικά από αυτό το σημείο ξεκινάει η συγγραφική καριέρα του Μπάροουζ. Το 1953, κυκλοφόρησε σε underground εκδόσεις το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Junky», που βασίστηκε στις εμπειρίες του με τα ναρκωτικά. 
   Την ίδια χρονιά, απογοητευμένος που ο φίλος του, Άλεν Γκίνσμπεργκ, τον απέρριψε ερωτικά, μετακόμισε στην Ταγγέρη, την πιο κοσμοπολίτικη πόλη του Μαρόκου.
     Την εποχή εκείνη, η Ταγγέρη είχε κηρυχθεί «διεθνής ζώνη» και ήταν παράδεισος για κάθε λογής τυχοδιώκτες, εμπόρους ναρκωτικών, κατασκόπους, συγγραφείς, καλλιτέχνες και άντρες που έψαχναν για σεξ με νεαρούς εκδιδόμενους Μαροκινούς. 
   Κινούμενος σε αυτό το σουρεαλιστικό περιβάλλον, σε συχνή αλληλογραφία με τον Γκίνσμπεργκ και υπό την επήρεια ναρκωτικών, ο Μπάροουζ άρχισε να γράφει το «Γυμνό Γεύμα».
    Ο Μπάροουζ έγραψε και ξαναέγραψε κομμάτια του βιβλίου και χρησιμοποίησε πρωτοποριακές μεθόδους (η περίφημη cut-up τεχνική με την οποία μεταφέρει κανείς τμήματα ενός κειμένου σε άλλα σημεία, δημιουργώντας ένα καινούριο νόημα).
    Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, που δεν έχει πάντως μία συμβατική «πλοκή», εκτυλίσσεται στη «Διαζώνη» (Interzone) στην Ταγγέρη, μία εφιαλτική κοινότητα στην οποία κυριαρχεί η χρήση ναρκωτικών, αχαλίνωτου (κυρίως ομοφυλοφιλικού) σεξ, καθώς και φρικτών ακρωτηριασμών και φόνων. 
   Με άλλα λόγια, μία διαστρεβλωμένη στο μυαλό του Μπάροουζ εκδοχή της Ταγγέρης, που αντλούσε και από τα δικά του βιώματα εκεί. Ο τίτλος του βιβλίου, «Γυμνό Γεύμα», ήταν έμπνευση του Κέρουακ. 
  Οι Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ επισκέφθηκαν τον Μπάροουζ στην Ταγγέρη το 1957 και έκαναν συστάσεις και διορθώσεις πάνω στο αενάως αναθεωρούμενο χειρόγραφο του «Γυμνού Γεύματος».
     Κάνοντας συνεχείς αλλαγές στο χειρόγραφό του ο Μπάροουζ έμοιαζε να είναι ανίκανος να τελειώσει το βιβλίο.
   Κάτω από τις πιέσεις και την παρότρυνση του Γκίνσμπεργκ, που στο μεταξύ είχε γίνει διάσημος με την ποιητική του συλλογή «Ουρλιαχτό και άλλα ποιήματα», ο Μπάροουζ άρχισε τελικά να προωθεί το «Γυμνό Γεύμα» για έκδοση. 
    Πολλοί εκδοτικοί οίκοι, όμως, αντιμέτωποι με τη δύσκολη, ιδιότροπη, ιδιοσυγκρασιακή γραφή του Μπάροουζ, το απέρριψαν. 
   Μεταξύ αυτών η City Light Press, που είχε εκδώσει το «Ουρλιαχτό», αλλά και η «Olympia Press», ένας εκδοτικός οίκος στο Παρίσι διαβόητος για τις προκλητικές, avant-garde και ενίοτε πορνογραφικές εκδόσεις του (βιβλία των Χένρι Μίλερ και Ζαν Ζενέ, το πορνογραφικό «Η ιστορία της Ο» αλλά και η «Λολίτα» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ).
   Χάρη στη διαμεσολάβηση του Γκίνσμπεργκ, αποσπάσματα από το «Γυμνό Γεύμα» δημοσιεύτηκαν το 1958 σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Black Mountain Review» και το «Chicago Review». 
    Ωστόσο, πολύ γρήγορα ένας διακεκριμένος αρθρογράφος της Chicago Daily News αποκάλεσε τα δημοσιευμένα αποσπάσματα «χυδαία». 
   Μετά από διάφορα παράπονα, οι αρχές έκριναν πως, βάσει μίας νομοθεσίας του 1873, τα τεύχη των περιοδικών με τα συγκεκριμένα αποσπάσματα περιείχαν «άσεμνες» περιγραφές και απαγόρευσαν έτσι την αποστολή τους σε συνδρομητές των περιοδικών μέσω ταχυδρομείου. Το Chicago Review υποχρεώθηκε να κλείσει προσωρινά.
    Το σκάνδαλο αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του εκδότη της Olympia Press, Μορίς Ζιροντιά. Ήδη από την εποχή της «Λολίτα» και της δίκης που ακολούθησε, ο Ζιροντιά κυριολεκτικά κυνηγούσε τα βιβλία-σκάνδαλα, ελπίζοντας σε γερές εισπράξεις χάρη στη δημοσιότητα που απολάμβαναν τα «καταραμένα» αναγνώσματα.
   Και στην περίπτωση του «Γυμνού γεύματος», ο σκανδαλοθήρας εκδότης δεν έπεσε έξω – αυτό που επιζητούσε άλλωστε ήταν να καρπωθεί όσο προλάβαινε από το σκάνδαλο του «Γυμνού Γεύματος», τουτέστιν μία εκδοτική αρπαχτή.
    Κάτω από την πίεση του Ζιροντιά, ο Μπάροουζ έκανε κάποιες τελευταίες επεμβάσεις στο κείμενό του και το παρέδωσε στα χέρια της Olympia μέσα σε δύο εβδομάδες. 
    Λίγες ακόμα εβδομάδες αργότερα, στα ράφια των βιβλιοπωλείων στη Γαλλία μπορούσε να βρει κανείς την πρώτη έκδοση του «Γυμνού γεύματος»(1959), σε μία από τις ταχύτερες διαδικασίες έκδοσης βιβλίου στην ιστορία. 
   Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Μπάροουζ, ο οποίος πληρώθηκε 800 δολάρια από τον Ζιροντιά.
    Ωστόσο, ο Μπάροουζ δεν ήταν ικανοποιημένος από την έκδοση της Olympia, αφενός επειδή περιείχε πολλά λάθη, αφετέρου επειδή ορισμένα κομμάτια του αρχικού χειρόγραφου δεν βρήκαν τον δρόμο τους προς την τελική έκδοση. 
   Έτσι, το 1962, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μία σημαντικά διαφορετική εκδοχή του βιβλίου – με τίτλο χωρίς άρθρο, όπως προτιμούσε ο Μπάροουζ, ήτοι «Γυμνό Γεύμα» - από την Grove Press. 
  Η Grove ήταν το αμερικανικό αντίστοιχο της Olympia, ένας εκδοτικός οίκος εξειδικευμένος σε εκδόσεις avantgarde συχνά προκλητικής και αμφιλεγόμενης λογοτεχνίας, αλλά και πορνογραφημάτων. 
  Μεταξύ των εκδόσεών τους, ο «Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ, «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» του Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λόρενς, η «Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν» του Χιούμπερτ Σέλμπι Τζούνιορ και μεταφράσεις των πορνογραφικών εξτραβαγκάντσα του Μαρκησίου ντε Σαντ.
Δικαστικές μάχες: 
"Ο συγγραφέας του Γυμνού Γεύματος είναι διανοητικά άρρωστος"
     Ενώ ο θρύλος του βιβλίου είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από την πρώτη του κυκλοφορία το 1959, τα πράγματα δεν θα αρχίσουν να «βράζουν» παρά μονάχα μετά την αμερικανική έκδοση του 1962. 
   Το 1963, ένας βιβλιοπώλης ελληνικής καταγωγής ονόματι Θεόδωρος Μαυρίκος, συλλαμβάνεται στη Βοστόνη επειδή πουλούσε αντίτυπα του «Γυμνού Γεύματος». 
   Δύο χρόνια αργότερα, η υπόθεση καταλήγει στα δικαστήρια, με το πόνημα του Μπάροουζ να διώκεται δικαστικά με την κατηγορία της «χυδαιότητας» (obscenity), κυρίως λόγω της γλώσσας του και των σκηνών παιδοφιλικού σεξ, φόνων ανηλίκων και σαδιστικών σκηνών, ακόμα και κανιβαλισμού. 
  Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μία αντίστοιχη δίκη για να απαγορευθεί το βιβλίο στο Λος Άντζελες.
    Στη δίκη της Βοστόνης, κατέθεσαν υπέρ του βιβλίου διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί, ψυχίατροι και λογοτέχνες, ανάμεσά τους ο Νόρμαν Μέιλερ και ο Γκίνσμπεργκ. 
   Ο τελευταίος είχε ήδη την εμπειρία μίας λογοτεχνικής δίκης στο ενεργητικό του, αφού το φρενιώδες ντεμπούτο το, το «Ουρλιαχτό» είχε παραπεμφθεί στα δικαστήρια το 1957, με παρόμοιες κατηγορίες περί άσεμνου περιεχομένου. 
    Ο Γκίνσμπεργκ περιέγραψε αναλυτικά στη δίκη τη δομή και τα μηνύματα του «Γυμνού Γεύματος», επισημαίνοντας την αξία του και τη σημασία του ως δείγμα οξείας κοινωνικής κριτικής. Όμως, οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό.
    Ο δικαστής δεν μπορούσε να καταλάβει τα πολλά και διαφορετικά μηνύματα του «Γυμνού Γεύματος»: την καταδίκη της υποκριτικής κοινωνίας των ‘50s, την κραυγή αγωνίας του εθισμού στα ναρκωτικά ή άλλως πως «της άλγεβρας της ανάγκης», τον τρόμο μπροστά στην αφύπνιση μίας αποκκλίνουσας σεξουαλικότητας σε μία καταπιεστική κοινωνία, την καταδίκη της βίας 
   Και στις δύο δίκες, στη Βοστόνη και το Λος Άντζελες, το «Γυμνό Γεύμα» δεν γλίτωσε την απαγόρευση: αμφότεροι οι δικαστές έκριναν πως έπρεπε να απαγορευτεί. 
  Στη δίκη της Βοστόνης, ο δικαστής Γιουτζίν Ρότζερς βρήκε το βιβλίο «χυδαίο, ανήθικο και διεφθαρμένο... γλοιώδης hardcore πορνογραφία χωρίς καμία κοινωνική σημασία», ένα σκουπίδι από έναν «διανοητικά άρρωστο συγγραφέα».
     Ευτυχώς, όπως συμβαίνει με αυτές τις περιπτώσεις, λίγους μήνες αργότερα, το 1965 στο Λος Άντζελες και το 1966 στη Βοστόνη, οι αποφάσεις απαγόρευσης άρθηκαν, καθώς το «Γυμνό Γεύμα» κρίθηκε πως είχε «λυτρωτικές κοινωνικές αξίες» – η τυπική αιτιολογία βάσει της οποίας ένα βιβλίο την εποχή εκείνη μπορούσε να αθωωθεί και να γλιτώσει λογοκρισία ή απαγόρευση.
    Η νίκη ήταν ιστορική: ήταν η τελευταία φορά που ένα (μη εικονογραφημένο) βιβλίο θα δικαζόταν στις ΗΠΑ ως «άσεμνο».
    Μετά τη θριαμβευτική του νίκη, το «Γυμνό Γεύμα» μεταφράστηκε πολύ γρήγορα σε όλες σχεδόν τις γνωστότερες ευρωπαϊκές γλώσσες και σταδιακά εντάχθηκε σε πολλές λίστες «σύγχρονων κλασικών βιβλίων». 
   Το ύφος και οι τεχνικές του Μπάροουζ, άλλωστε, επηρέασαν στρατιές ολόκληρες κατοπινών συγγραφέων. Και ο ίδιος ο Μπάροουζ, από νομάς, ναρκομανής και συζυγοκτόνος, έφτασε να γίνει ο Πάπας της underground λογοτεχνικής σκηνής και χαρακτηριστική μορφή κάθε λογής αντικουλτούρας από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα.
   Όπως δήλωσε αργότερα η ιέρεια της πανκ Πάτι Σμιθ, «ο Μπάροουζ είναι ο παππούς όλων μας».
     Παραδόξως, στην πιο συντηρητική σε ζητήματα λογοκρισίας Αγγλία, το «Γυμνό Γεύμα», γλίτωσε το δικαστήριο.
    Και αυτό, παρά τον σφοδρό πόλεμο που του κήρυξε η λογοτεχνική επιθεώρηση Time Literary Supplement, που προσπάθησε να επηρεάσει αρνητικά την κοινή γνώμη και να πετύχει την απαγόρευση του βιβλίου, προτού καν εκδοθεί για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1964, από τον Τζον Κάλντερ.
    Προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη, ο Κάλντερ ακολούθησε επιθετικές τακτικές: διέθεσε το «Γυμνό Γεύμα» στην αγορά σε τιμή σχεδόν διπλάσια από τη συνηθισμένη και κέρδισε την υποστήριξη πολλών διανοουμένων. Όλα έχοντας κατά νου πως το «Γυμνό Γεύμα» ίσως αναγκαζόταν να δώσει μάχη για την ελεύθερη κυκλοφορία του και στα βρετανικά δικαστήρια.
Ένα κινηματογραφικό Γυμνό Γεύμα
     Το «Γυμνό Γεύμα» θεωρείτο πολλά χρόνια μη κινηματογραφίσημο, λόγω της ανορθόδοξης δομής του. Ωστόσο, το 1991, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ επιχείρησε το ασύλληπτο. Το δικό του, κινηματογραφικό «Γυμνό Γεύμα» δεν ήταν βέβαια μία κυριολεκτική, πιστή διασκευή του βιβλίου. 
   Άλλωστε, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Κρόνενμπεργκ, «Είναι αδύνατον να γυρίσει κανείς το Γυμνό Γεύμα. Μία κυριολεκτική διασκευή δεν θα λειτουργούσε. Θα κόστιζε 400 εκατ. δολάρια η δημιουργία της και θα απαγορευόταν σε κάθε χώρα του κόσμου».
    Αντ’ αυτού, ο Κρόνενμπεργκ γύρισε μία ταινία που συνδύαζε σκηνές, αποσπάσματα, πρόσωπα και θεματικές από το «Γυμνό Γεύμα», αναμειγνύοντάς τα με στοιχεία από τη ζωή του Μπάροουζ (π.χ. τον φόνο της γυναίκας του) και από το διήγημά του, «Ο Απολυμαντής». 
  Το αποτέλεσμα, που επέβλεψε και ο ίδιος ο Μπάροουζ, διατήρησε στο έπακρο την εφιαλτική, παρανοϊκή ατμόσφαιρα και το πνεύμα του βιβλίου, αν όχι κατά γράμμα την «υπόθεσή» του.
   Αν και η ταινία είναι λιγότερο σκατολογική και σοκαριστική σε σχέση με το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε, εντούτοις έκανε τον νέο διευθυντή του στούντιο που την παρήγαγε να βάλει τους υφισταμένους του να ορκιστούν να μην ξαναγυρίσουν ποτέ μία τέτοια ταινία.
   Σήμερα, μπορεί κανείς να εντοπίσει πολλές διαφορετικές εκδοχές του «Γυμνού Γεύματος» στη διεθνή αγορά. Στα ελληνικά, οι δύο βερσιόν που κυκλοφορούν είναι η αρχική εκδοχή από τις εκδόσεις Απόπειρα και η αποκαταστημένη εκδοχή από τις εκδόσεις Τόπος.
Κωνσταντίνος Τζήκας / Athens Voice
Ο Γουίλιαμ Μπάροουζ διαβάζει αποσπάσματα από το 
"Γυμνό Γεύμα"
Κάτι παρόμοιο στο blog :
Ο Τελευταίος Πειρασμός : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Β΄
Η Φάρμα των Ζώων : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Γ΄
“Η Ζωή του Ιησού” : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Δ΄
Λολίτα : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ε΄
Βιβλία που λογοκρίθηκαν επί Χούντας και δικτατορίας Μεταξά : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΣΤ΄
Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ζ΄
1984 : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών – Η΄
Οι 120 Μέρες των Σοδόμων (και άλλα σαδικά) : Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Θ΄
Ο Αγών μου - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - Ι΄
Η Ιστορία της Ο - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΑ΄
Η Μεταμόρφωση - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΒ΄
Ουρλιαχτό - Τα αγαπημένα βιβλία των λογοκριτών - ΙΓ΄

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.