Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Ζητιάνος : Μια μερακλαντάν ανάλυση από τον κύριο Νέστορα !...

    Περί το πώς γίνεται το ζητιανιλίκι τα’μαθε σιγά -σιγά ο Σταμάτης διότι πάσα τέχνη να πούμε έχει και τα μυστικά της. 
   Πρώτον σήμερα στην Αθήνα υπάρχουνε ένα σωρό ζητιάνοι, οι οποίοι να πούμε δε σ΄αφήνουνε να τους πάρεις και το ψωμί από το στόμα. Πώς θα μπεις εσύ στο πόστο του άλλου να του φας το ξεροκόμματο; Θέλει φτιάξη και οργάνωση.
     Έπεσε λοιπόν ο Σταμάτης στο μάθημα το γκραβαρίτικο. Όπερ ήτανε ένας παλιός Γκραβαρίτης ζητιάνος, ο κυρ Νέστορας με τ΄όνομα, που την είχε μελετήσει καλά τη φτιάξη και γέρασε, δεν τον βόλευε να την κάνει πια μόνος  του λόγω που δε βοηθάγανε και τα άτιμα τα ποδάρια. Ο Σταμάτης κόλλησε συνεταιράκι και πήρε τα πρώτα μαθήματα.
    -Αδερφάκι μου, συμβούλεψε ο Νέστορας, το αρχικό να πούμε είναι ένα. Να σε πάρη ο άλλος από συμπάθεια. Κι’ έπειτα να πούμε πας ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεόν και ο Θεός τον γράφει να πούμε στα τεφτέρια του, ο κύριος Καραμπουμπούνας έδωσε δραχμάς τρεις εις επαίτην και κόφτου ένα ένταλμα πιστωτικό να΄χη να λαβαίνει ο άνθρωπος εντόκως μεθαύριο στην εκκαθάριση της δευτέρας παρουσίας ! 


  Ο κύριος Καραμπουμπούνας τι νομίζεις, ότι κάνει με το τριάρι που σου ΄δωσε ; Για σένα ενεργεί; Πριτς! Για πάρτη του δουλεύει. Σου λέει άντε και τον ρίξαμε τον Κύριο με δραχμάς τρεις να μας έχει υπό την προστασία του. 
   Το οποίον δηλαδή όποιος σου δίνει μη νομίζεις ότι στα δίνει για σένα. Α μπα, και δεκαράκι δεν σκοτίζεται αν θα σε κόψη παρακάτου το τρόλλεϋ. Ήγουν κατάλαβες;
-Όχι.
-Είσαι και σγούμπος. Το άπαν, ρε κορόιδο είναι να τον κολακέψεις τον άλλονε που θα στα δώσει ότι περί τον εαυτό του την κάνει τη δουλειά. Πες του λοιπόν «ο Θεός» ή «ο Κύριος» ή «η ψυχή του» ή «η καλοσύνη του», τέτοια έξυπνα. 
Την σήμερον τι γίνεται ρε; Πουλάνε σαπούνι σκόνη. Το μυστικό είναι να ψήσεις τη νοικοκυρά ότι αγόρασε σπουδαίο σαπούνι. Πώς ρίχνουνε να πούμε τη ρεκλάμα περί σαπούνι, έτσι θα τη ρίχνεις και συ τη ρεκλάμα περί παράδεισο και περί του τα πήρες και έκανες πράξη θεάρεστη, κατάλαβες;
   Κατάλαβε το πρώτο μάθημα ο Σταμάτης και μπήκε στο δεύτερο.
-Μετά αδερφούλη μου νάσαι συμπαθητικός και ταπεινός. Έτσι και σε δει ο άλλος μεγαλείο σου λέει «γιατί να του δώσω αυτουνού που ΄ναι σαν μικρός σουλτάνος;» Άμα πέσει όμως στη λύπηση σε παίρνει από τα’ ανάποδο. «Α τον καημένο!» Και με το καημένο του το ΄χεις ξεκολλήσει το δίφραγκο.
  Το κατάλαβε και τούτο ο Σταμάτης.
-Πιο παρακάτου αδερφάκι θα πέσεις στο επάγγελμα.
-Σπάστα και ξαναρίχτα.
-Δουλεύει ο άλλος, έχει πιάσει γωνιά και μπατζανέμι. Περνάνε οι δικοί του, έχει πιάσει τα χούγια τους, τις συνήθειές τους, τις κουβέντες τους. Πας τώρα και στήνεσαι εσύ. Πώς; Θα σ’ αφήσει να τον ξεπουπουλιάσεις; Ποσώς. Θα πέσει στην αντίδρα. Το οποίον και τον καυγά σου θα κάνεις και το καρφί σου θα φας και το μπελά σου θα τραβήξεις. Το ξένο δίφραγκο έτσι τρώγεται;
-Και να μην έχουμε πόστο;
  Από δω και πέρα πέφτει ο Νέστορας στην μεγάλη ανάλυση. Να πως γένεται να πούμε «επιστημονικά» η ζητιανιά για να ‘χει και απόδοση.
   Υπάρχουνε μάγκα μου πολλών ειδών ζητιάνοι. Οι περιηγητικοί, οι στεκούμενοι, οι συνδρομητές, οι μόνιμοι, οι θρησκευτικοί, οι προστατευόμενοι, ένα σωρό φτιάξες.
    Είναι πρώτα-πρώτα τα ζητιανούδια τα ελεύθερα, κοριτσάκια ανάμεσα στα δεκάξη και στα τριάντα. Η δουλειά γίνεται ή με λουλούδια –πολλά κλέβονται από το νεκροταφείο- ή με άλλα είδη, μικρή λύπηση και κακόμοιρο ύφος που το βασίζουνε στην ορφάνια και την εγκατάλειψη. «Δεν έχουμε πατέρα, είμαστε ορφανά», τέτοια. Πέφτει απάνω στο πονόψυχο και κονομάει.
   Γίνεται και με «νοικιασμένα παιδιά». Με δραχμές τριάντα την ημέρα στις κάτω γειτονιές, κατά τον Τρελλό, σου νοικιάζουνε ένα μωρό. Το παίρνεις, το προσέχεις καλά τυλιγμένο στο κουρέλι του και το παρουσιάζεις για αδικημένο της κοινωνίας.
   Τα ζητιανάκια παιδιά κάνουνε μαχαλά, δηλαδή τρέχουνε όλη μέρα εδώ εκεί και φυλάγουνται γιατί τα κυνηγάνε. Έτσι και προσέξεις στη γωνιά που ζητιανεύει τα’ «ορφανό», περιμένει η μάνα ή ο πατέρας του να του μαγκώσει την είσπραξη γιατί ο μικρός πάει καμιά φορά και τα κάνει τσικολάτες τα λεφτά.
  Μετά είναι οι περιηγητικοί. Καλοντυμένοι κι ευγενικοί, χτυπάνε τις πόρτες. Έχουνε, να πούμε, επισημάνει ποια σπίτια είναι ελεήμονα και κάνουνε τη βόλτα τους κάθε βδομάδα ή κάθε δεκαπέντε. Χτυπάνε ευγενέστατοι, χαριτωμένοι, καθαροί και ζητάνε τη μικρή τους βοήθεια.  
   Τα κάνουνε και φιλικά με τις κυρίες. Λένε τα δικά τους, βάσανα -ψεύτικα, ιστορίες –ψεύτικες, περιπέτειες –ψεύτικες, ευχαριστούνε ευγενέστατοι και φεύγουνε με λεφτά. Τούτοι δω κάνουνε σχέδιο δράσεως. Σήμερα Κολωνάκι, αύριο Πετράλωνο, μεθαύριο Κυψέλη να μη κουράζονται κιόλας με το σούρτα-φέρτα.
    Οι θρησκευτικοί έχουνε άλλο σύστημα. Πέφτουνε στην εκμετάλλα του Κυρίου ημών. Κουβαλάνε φυλλάδες, λένε μικρά κηρύγματα, μιλάνε περί «ψυχής σωτηρία, αποκαλύψεως του Ιωάννου, πυρός εξωτέρου, αμοιβών μετά θάνατον, Ευαγγελίου» ένα σωρό. 
   Είναι καλά διαβασμένοι, καλά καταρτισμένοι, ατσίδες που δεν πιάνονται πουθενά, έχουνε –δήθεν- όνειρο να χτίσουνε μια εκκλησία, να κάνουνε ένα τάμα, ξέρουνε τα περί θαυμάτων και αοράτων δυνάμεων, 
   δεν πιάνονται στην κουβέντα, ξεφεύγουνε σαν χέλια, ανήκουνε σ’ οργανώσεις, παίζουνε στα δάχτυλα το εορτολόγιο, τις τιμές των κεριών και του λιβανιού, πείθουνε τις καλές κυράδες ότι οπωσδήποτε θα μεσολαβήσουνε να τους δοθεί οικόπεδο στον Παράδεισο, 
  έτσι που δεν τους ελεείς πια, αλλά σε ελεούνε και σου κάνουνε χάρη που δέχονται να τους δώσεις κάτι για τη σωτηρία της δικιάς σου της ψυχής κι όχι της δικιάς τους.
   Κοντολογής απ’ όλους τους ζητιάνους οι θρησκευτικοί είναι οι πιο ατσίδες και οι υπολογίσιμοι.
   Οι προστατευόμενοι την έχουνε γαζώσει αλλιώς. Δέχονται να τεθούν υπό την υψηλή προστασία της αγαθότητός σου. Τους δίνεις και ευχαριστάνε. «Αν δεν είχαμε και σας»
   Υποτίθεται ότι πολύ λίγοι τους συνδράμουν, στην πραγματικότητα έχουνε πενήντα, εκατό «προστάτες». Κάνουνε και μικρές εκδουλεύσεις, πάντα ανώδυνες, κάνουνε θελήματα θρησκευτικά και μέσα στον κύκλο τους, παίρνουνε και είδη ιματισμού παλιά ή νεκρά που τα πουλάνε στο Γιουσουρούμ και σου ευλογούνε τα πεθαμένα και τα ζωντανά. 
   Είναι και μέλη οικογενειών που αναξιοπάθησαν, είναι κι ελεύθεροι σκοπευτές, πάντα χτυπάνε την πόρτα σου με κάποια συστολή, αλλά πάντα φεύγουνε με τα χέρια γεμάτα.
   Έρχονται ύστερα οι «οργανωμένοι». Τυφλοί –ή όχι- ανίκανοι με μια «κυρία» που τους προστατεύει και ζητιανεύει για λογαριασμό τους, κομποδένει τις εισπράξεις και δίνει ένα σακουλάκι φυστίκια αράπικα ή σπίρτα έναντι της ελεημοσύνης σε μετρητό. 
  Πολλές φορές οι όμοιοι τέτοιοι γίνονται συντεχνίες ή θίασοι, την στήνουνε και παίζουνε κομμάτια στις γωνίες, έχουνε τον κόσμο τους που περιπολεί γύρω και κάνουνε τη δουλειά τους ήσυχα και ωραία.
   Μετά είναι οι σκέτοι ζητιάνοι της γωνιάς. Στέκια. Έξω από τις εκκλησίες ημέρες λειτουργίας –νεκροταφεία, ελεήμονα σημεία. Εδώ η μελέτη είναι σοφή.

  Ξέρουνε τα πάντα και τους πάντες, ζυγίζουνε με τη δεκάρα την ελεημοσύνη που πρόκειται να δοθεί, γνωρίζουνε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Ο μέσος όρος εισπράξεων φτάνει διακόσιες με τρακόσιες δραχμές την ημέρα –ανάλογα με το πόστο. 
  Όταν ο Νέστορας έκανε την ανάλυση της «επιστήμης», ο Σταμάτης ο Κάντας ήξερε πια καλά τη δουλειά. Τώρα τι γίνεται μετά τη δουλειά. 
  Ή ο ζητιάνος είναι φιλάργυρος και τα μαζεύει και πεθαίνει για να του βρούνε περιουσία ή αλλάζει μετά τη δουλειά και γίνεται άλλος άνθρωπος να πα να χαρεί τη ζωή του. Συνήθως τα τρώει κανονικά, αφού έχει το αύριο εξασφαλισμένο και το μεροκάματο οπωσδήποτε στην τσέπη.
   Όταν μάλιστα είναι και γέρος –οι περισσότεροι είναι, ή κατά το πρότυπο της μεσαιωνικής Αυλής των Θαυμάτων έχουνε Γκραβαρίτικα τραύματα και παθήσεις –χαίρεται τη ζωούλα του. 
  Ο φουκαράς που τον ελεείς για να σώσεις τη ψυχούλα σου, πολλές φορές τη βολεύει καλύτερα από σένα με τις τρεις-τέσσερις χιλιάδες δραχμές το μήνα μισθό.
   Έτσι λοιπόν τη βόλεψε ο Σταμάτης ο Κάντας, μέγας σήμερα μεταξύ των παιδιών της πιάτσας στο κεφάλαιο «ζητιανιά». 
  Κι επειδή έξω από ένα υπόγειο της οδού Σκουφά, εκεί στον Αη-Διονύση την έστηνε τις Κυριακές, να ο αυθεντικός μονόλογός του, όπως τον λέει δυνατά σκεφτόμενος την ώρα που περιμένει να σκολάσει ο Άγιος και να του δώσουνε ελεημοσύνη οι πονόψυχοι. 
 Κατεβασμένα τα πατζούρια του υπογείου, ο Σταμάτης απ’ έξω. Μέσα από τα πατζούρια δυο-τρεις –εμείς- και ο Σταμάτης, Αμλέτος σωστός να λέει μόνος του και δυνατά χωρίς να ξέρει ότι ακούγεται 
-Όπου να’ναι σκολάει. Άντε ρε… άντε ρε τι κάνετε; Όλα τα λέτε; Άστε μερικά (αφορά τα λόγια της λειτουργίας). Έχουμε και δουλειές. Καλή γειτονιά. 
  Αυτός εκεί (ένας άλλος ζητιάνος), τι θέλει σήμερα δω πέρα; Καινούργιος; Θα του σπάσω το κεφάλι. Φύγε βρε! Φύγε βρε! Εδώ έχουμε δικαιώματα.
   Ορίστε, έρχονται… τι θα της πω αυτής; Γριά είναι. Θεός σχωρές τα πεθαμένα σου θα της πω. Δεν θα δώσει πενηνταράκι θα δώσει… Καρμίρω τρομάρα της. Θεος κλπ. Μπα! Δίφραγκο έδωσε… βλέπεις ο άνθρωπος γελιέται καμιά φορά… είδες η τσουρόγρια;… 
 Άλλος, αυτός δίνει δίνει… τον κακό σου τον καιρό, φοράς και κολάρο… δεν έδωσε… να σου… το κολάρο κερατά… δεν ντρεπόμαστε…
 να η μικρή, αυτηνής θα της πω ένα καλό γαμπρό… τάλλαρο… ποιος ξέρει τι εύκολα τα κονομάει… τσουλιά… 
  Πόσα έχουμε Σταμάτη; Εκατό εφτά… άντε να τα κάνω εκατό πενήντα και να φύγω, διότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να’ναι και πλεονέχτης… 
  Θεός σχωρέστον… μερσί καλημέρα σας βοήθειά σας, άντε να χαθείς… Τώρα θα πάω σπίτι… πλύσου θα μου πει η Ουρανία… δεν πλένομαι μωρή, δεν πλένομαι, έχω λεφτά και μένω άπλυτος , άει στο διάολο, άμα δεν σ’ αρέσει βρες άλλον… 
Θεός σχωρέστον… δίφραγκο έδωσε… βλέπεις που πέσαμε έξω;… να αυτή χήρα, είναι χήρα… να της πω για το μακαρίτη… μπα, τον έχει τον μακαρίτη, σκοτίστηκε, πόσα έχουμε; 
Εκατό ογδόντα… να τα κάνω διακόσια και θα φύγω, λόγω τιμής Παναγίτσα μου στα διακόσια φεύγω… 
αυτόν στη γωνιά θα τον σκοτώσω γω… ξου βρε, ξου… τι θέλεις εδώ;… 
Μια ελεημοσύνη… δεν έδωσε… κακό αυτοκίνητο να σε κόψει… σκατόγρια… το βράδυ θα δουλέψει μπουζούκι, θα τα σπάσω… θα βάλω και τα καφέ… 
Κυριακή σου λέει έχουμε, να αυτός… τάλλαρο δίνει, τάλλαρο… δεν έδωσε… γιατί ρε χαλέ; Αφού μου το χρωστάς… 
Πόσα έχουμε διακόσια είκοσι… Παναγίτσα στα διακόσια πενήντα φεύγω… τι φταίω γω, αφού έπεσα θύμα σήμερα…
   Παιδί της πιάτσας κι ο Σταμάτης. Που πουλάει κάτι παραπάνω απ’ όλα τα άλλα παιδιά. Ούτε αγριάδα, ούτε μαγκιά. 
  Ένα κομμάτι οικόπεδο στον Παράδεισο για σας και για μένα και για όλα τα κορόιδα που πιστεύουνε στην ανωτερότητα και στα ευγενικά αισθήματα, το αιώνιο εμπόριο για κατανάλωση χαζών.
Νίκος Τσιφόρος / Τα παιδιά της Πιάτσας
Οικόπεδα στον Παράδεισο (απόσπασμα)

Κάτι παρόμοιο στο blog :
Ο χορός της ... αρκούδας!!
... και καϊμάκι έχω !! 
«Ο παγωτατζής !! Στο ξυλάκι το'χω !! Φρέσκα παγωτά !!»
"- Α, να χαθείς, λούστρε !! "  
 "Ο γαλατάς, φρέσκο, ολόπαχο γάλα!" 
Ο καστανάς, η φουφού και οι κρύες μέρες του Χειμώνα !  
Ο φούρναρης της γειτονιάς  
Χασάπης είμαι ζηλευτός παιδάκι σ' όλα φίνο!
Ο κουλουράς, τα σιμίτια και "Άντε και στην Πόλη κουλουρτζής" !  
Μπακάλικα, εδώδιμα αποικιακά ...με τη σέσουλα και ο «μπακαλόγατος» της γειτονιάς !
Zητείται μικρός
Εισπράκτορας : -"Στάση Λυσσιατρείο. Θα κατέβει κανείς ;" !
Ο παγοπώλης της γειτονιάς, οι παγοκολόνες και τα ψυγεία πάγου…
Τα υπόγεια υδάτινα όνειρα των Αθηναίων, οι νερουλάδες και το Αμαρουσιώτικο νερό
Περίπτερα, περιπτεράδες και ιστορίες της γειτονιάς !
Ο μπαρμπέρης, τα ξουράφια του, το βγάλσιμο των δοντιών και άλλα περίεργα
Ο σαλεπιτζής : «Σαλέεεπ, ζεστό σαλέεεεπ»
Ο πλανόδιος μανάβης : «Κρύο κρύο σαν το μπούζι είναι το γλυκό καρπούζι» !
Οι αμαξάδες, οι χωματόδρομοι και οι βόλτες στις εξοχές !

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.