Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Απουσία εναλλακτικών λύσεων

Το σύνδρομο της Pan-American

Με μεγαλύτερη ένταση...

Το μοιραίο παγόβουνο του Τιτανικού !!

Τα «αληθινά» σταφύλια της οργής στην εξαθλιωμένη Αμερική του 1930 !

   Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους...
    Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.
   Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.
    Θα βρίσκομαι εκεί...
Τζον Στάινμπεκ
    Τα «Σταφύλια της οργής», το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Τζον Στάινμπεκ, είναι η ιστορία των ταπεινών και καταφρονεμένων της Αμερικής στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αμέσως μετά το μεγάλο κραχ του 1929.
    Η δεκαετία του ’30 ονομάστηκε «τα βρώμικα 30’s» εξαιτίας της σκόνης, των εντόμων, της αφόρητης ζέστης το καλοκαίρι και των κρύων χειμώνων. 
  Τα ακραία καιρικά φαινόμενα κατέστρεψαν τις καλλιέργειες και οι αγρότες έχασαν τα κτήματά τους, αδυνατώντας να πληρώσουν τα χρέη τους. Τότε γράφτηκαν «Τα σταφύλια της οργής».
    Ένα βιβλίο που μιλά για μια άλλη οικονομική κρίση εκείνη του μεσοπόλεμου που γέννησε φτώχια ανεργία ρατσισμό και ελπίδα. 
   Απαισιόδοξο βιβλίο. Τελειώνει με μια νέα κοπέλα που έχει χάσει το παιδί της και με το γάλα της δίνει ζωή σε έναν ετοιμοθάνατο εργάτη.
    «Τα σταφύλια της οργής» είναι ένα προφητικό βιβλίο στα πρόθυρα του καταστροφικού Β παγκοσμίου πολέμου και είναι από τα αντιπροσωπευτικά δείγματα του ρεαλισμού στην λογοτεχνία
   Μια εργατική τάξη προλεταριοποιημένη που γυρνά σαν τους Ρομά  με όλα τα υπάρχοντα της σε ένα διαλυμένο φορτηγό, που μιλά μια εκδοχή της Αγγλικής γλώσσας (μην ξεχνάμε την πολυεθνική σύσταση του Αμερικανικού κράτους και μάλιστα πολύ περισσότερο στις αρχές του περασμένου αιώνα) εκδοχή που ο Στάινμπεκ κρατά στους διάλογους καταγράφοντας φωνητικά όσα λένε. 
   Είναι εκεί που το μεταφρασμένο βιβλίο χάνει ένα μεγάλο κομμάτι της γοητείας του πρωτότυπου. Εξ άλλου και ο ίδιος ο Στάινμπεκ είχε Γερμανο- Ιρλανδική καταγωγή.
   Με τις σοδειές τους κατεστραμμένες από παρατεταμένη ξηρασία και από θυελλώδεις ανέμους που κουβαλούσαν πυκνά σύννεφα από χώμα, ξεριζωμένοι από τα χωράφια τους λόγω της εισβολής των νέων καλλιεργητικών μεθόδων, χιλιάδες εξαθλιωμένοι αγρότες του αμερικανικού Νότου εγκαταλείπουν τις εστίες τους κατευθυνόμενοι προς τη Γη της Επαγγελίας, την Καλιφόρνια.
   Με τα λιγοστά υπάρχοντά τους φορτωμένα σε σαραβαλιασμένα φορτηγάκια ζουν ένα ταξίδι ολωσδιόλου εφιαλτικό ελπίζοντας να βρουν δουλειά και ψωμί. 
   Τις τύχες μιας από αυτές τις οικογένειες παρακολουθεί το βραβευμένο με πούλιτζερ μυθιστόρημα του Στάινμπεκ (1939) και η πιστή κινηματογραφική του μεταφορά ένα χρόνο μετά.
   Για να αποδώσει όσο μπορούσε πιο ρεαλιστικά την εξιστόρησή του, ο συγγραφέας έζησε για ένα διάστημα ανάμεσα στους εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι, φθάνοντας στον προορισμό τους, δεν άργησαν να αντιληφθούν ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως είχαν ελπίσει: 
   τους περίμεναν η καχυποψία, η εχθρότητα, η αναδουλειά, η πείνα και η ανάλγητη συμπεριφορά των εργοδοτών και των εκπροσώπων του κράτους.
    Δεν φταίει η ξηρασία που ξεσπιτώνονται εκατομμύρια χρεωμένοι αγρότες από τις τράπεζες για να πάρουν οι μεγάλες εταιρείες την γη. 
  Η ξηρασία είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί το μεγάλο κεφάλαιο στα χρόνια της ύφεσης για να πάρει για ένα κομμάτι ψωμί την ιδιοκτησία των μικροϊδιοκτητών να ρίξει τα μεροκάματα στην αγροτική παράγωγη και να ξανακτίσει νέες οικονομικές και κοινωνικές δομές που θα του επιτρέψουν να διατηρήσει τα κέρδη του.
   Ο Στάινμπεκ δεν ήταν κανένας ευκατάστατος συγγραφέας. Μάλιστα αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στη λογοτεχνία για να δουλέψει. 
  Το βιβλίο αυτό δεν έγινε αποδεκτό χωρίς αντιδράσεις πολύ περισσότερο μάλιστα σε μια εποχή που η ΕΣΣΔ έκτιζε ένα μύθο πρότυπο για το καθεστώς της, έναν μύθο ωστόσο που ενέπνεε την εργατική τάξη σε όλο τον κόσμο και τρόμαζε τους καπιταλιστές. 
   Ακόμα το βιβλίο έθιγε θέματα ταμπού για την Αμερικανική κοινωνία και τους δικούς της μύθους όπως η εξαθλίωση της εργατικής τάξης και ο ακραίος ρατσισμός κατά των προλεταριοποιημένων εργατικών στρωμάτων (κάτι σαν αυτό με τους Ρομά σήμερα στις δίκες μας κοινωνίες)
   Ο Στάινμπεκ ακολούθησε το κύμα της επιτυχίας με Τα Σταφύλια της Οργής (1939), βασισμένο σε άρθρα που είχε δημοσιεύσει σε εφημερίδα στο Σαν Φραντσίσκο. 
  Το μυθιστόρημα θα θεωρούνταν από πολλούς το καλύτερο έργο του. Κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ το 1940, ενώ έγινε περίφημη ταινία σε σκηνοθεσία Τζον Φορντ, με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα ως Τομ Τζόουντ, ο οποίος προτάθηκε για όσκαρ για αυτή την ερμηνεία του.
   Το βιβλίο του Στάινμπεκ συζητήθηκε όσο κανένα άλλο στην εποχή του, με την ίδια ζέση επαινέθηκε και κατηγορήθηκε («ένα μάτσο ψέματα», «κομμουνιστική προπαγάνδα», κ.α.). 
   Οι φιλελεύθερες πολιτικές απόψεις του Στάινμπεκ, η απεικόνιση της αρνητικής πλευράς του καπιταλισμού και η μυθική επανερμηνεία των ιστορικών γεγονότων των μεταναστεύσεων εξαιτίας του Dust Bowl οδήγησαν σε αντιδράσεις εναντίον του συγγραφέα, ιδιαίτερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του. 
  Πράγματι, υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο ήταν και άσεμνο και παραπλανητικό σχετικά με τις συνθήκες στην επαρχία, το Συμβούλιο της επαρχίας Κερν απαγόρευσε το βιβλίο από τα δημόσια σχολεία και βιβλιοθήκες της επαρχίας τον Αύγουστο του 1939. Αυτή η απαγόρευση ίσχυε μέχρι τον Ιανουάριο του 1941.
   Χαρακτηριστικά, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τράπεζες θεωρούσαν το μυθιστόρημα επικίνδυνα ανατρεπτικό, η εταιρία παραγωγής20th Century Fox γύρισε την ταινία με τον παραπλανητικό τίτλο «Λεωφόρος 66», το όνομα της κεντρικής λεωφόρου στις ΗΠΑ που οδηγεί στην Καλιφόρνια. 
   Παρά τις πιέσεις, το βιβλίο διαβάστηκε ευρύτατα και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
   Σχετικά με αυτές τις αντιρρήσεις, ο Στάινμπεκ έγραψε, 
“Η δυσφήμισή μου εκεί έξω από τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τραπεζίτες είναι αρκετά κακή. Το τελευταίο είναι μια φήμη από αυτούς ότι οι κάτοικοι της Οκλαχόμα με μισούν και έχουν απειλήσει να με σκοτώσουν επειδή λέω ψέματα γι’ αυτούς. 
   Είμαι τρομοκρατημένος με την αυξανόμενη οργή από αυτό το καταραμένο πράγμα. Έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο, εννοώ ένα είδος υστερίας αναπτύσσεται για το βιβλίο και αυτό δεν είναι καθόλου υγιές.”
(Οι έγχρωμες φωτογραφίες του άρθρου τραβήχτηκαν δέκα χρόνια μετά το βιβλίο, και απεικονίζεται η πραγματικότητα της Αμερικής και τα αποτελέσματα της Μεγάλης Ύφεσης.
Η σειρά φωτογραφιών λέγεται "Bound for Glory: America in Color" και αποτελείται από 70 εικόνες που απεικονίζουν τα αποτελέσματα της ύφεσης στις αγροτικές περιοχές των ΗΠΑ. )
sikam
 Lifo / Λένα Φουτσίτζη
TVXS

Κάτι παρόμοιο στο blog :

Ο χαμένος κρίκος...

Ένα είδος μηχανής !

Μπόζο: Ένας Κλόουν με χρυσή καρδιά

    Ο Μανώλης Δεστούνης ήταν ο «Μπόζο», ο καλόκαρδος , αγαπημένος κλόουν των παιδιών στη δεκαετία του ’70, με την κόκκινη μύτη και τα τεράστια παπούτσια, που σκόρπιζε γέλιο και χαρά, 
   διδάσκοντας παράλληλα τους λιλιπούτειους φίλους του πώς να διαχωρίζουν το καλό από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, την αξία της μόρφωσης, το σεβασμό στους γονείς, στους ηλικιωμένους και τους νόμους, 
  την αγάπη προς την πατρίδα, δίνοντάς τους συμβουλές ακόμα και για το πώς θα αποφεύγουν τα ατυχήματα ! 
   Ο Μπόζο άρχισε την τηλεοπτική του διαδρομή την 1η Οκτωβρίου 1973 στην ΥΕΝΕΔ, όταν ένα ελικόπτερο προσγειώθηκε στο Πεδίο του Άρεως, σε παράσταση του Γιώργου Οικονομίδη, και κατέβηκε ο κλόουν Μπόζο, χαιρετώντας τα αμέτρητα παιδιά που είχαν κατακλύσει την πλατεία του Άλσους για να υποδεχτούν τον αγαπημένο τους κλόουν.
   Από τότε και κάθε Σάββατο στις 6 το απόγευμα για περίπου τριάμισι χρόνια, ο Μπόζο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της παιδικής συντροφιάς.


  Πριν από την πρώτη εμφάνιση είχε γίνει μια τρίμηνη προετοιμασία, με καθημερινές πρόβες, όπου ο δημιουργός του Μπόζο, Αμερικανός Λάρι Χάρμον, εκπαίδευσε τον Μανώλη Δεστούνη στην τέχνη του κλόουν.
  Βασικοί συνεργάτες του Μπόζο ήταν ο Κούκι- Φιλήμων Μεθυμάκης, ο Στριφτομπούρμπουλας του Κυρίου Συνηγόρου, ο Βαγγέλης Πλοιός, και οι σπουδαίοι ζογκλέρ Κάρλο και Τοτό.
  Σκηνοθέτης ήταν ο Ελληνοαμερικανός Σπύρος Χόρτης, ο οποίος είχε έρθει από το Σικάγο ειδικά για την εκπομπή.


    Ο Μπόζο παίχτηκε επί 17 συνεχείς χρονιές στις ΗΠΑ. Η ζεστή του προσωπικότητα ξεπέρασε τους φραγμούς της γλώσσας και των συνόρων. Πήγε σε όλο τον κόσμο προκειμένου να βοηθήσει τους λαούς να είναι αδελφωμένοι και να ζουν ειρηνικά.
   Γι΄αυτό εργάστηκε και ταξίδεψε για πολλά χρόνια ως εκπρόσωπος της UNICEF. 
   Χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ασία δεν υπήρχε λέξη αντίστοιχη του κλόουν. Και όμως ο Μπόζο σημείωσε εκπληκτική επιτυχία στην Ταϊλάνδη.
   Ο «Μπόζο» δια στόματος 
Μανώλη Δεστούνη
   Εγώ, ο Μανώλης Δεστούνης, κατά κόσμον Μπόζο, συγκινούμαι πάρα πολύ όταν ο κόσμος μου θυμίζει ακόμα τον κλόουν που υποδυόμουν επί τριάμισι χρόνια στην τηλεόραση.
   Εκείνο το διάστημα ήμουν πολύ δημοφιλής και αγαπητός ειδικά στα παιδάκια που τόσο αγαπώ. 
  Και παρότι τότε δούλευα συνεχώς και στο θέατρο, και στον κινηματογράφο, και στην τηλεόραση, έβρισκα ευκαιρίες να πηγαίνω αφιλοκερδώς σε παιδικά ιδρύματα, όπως το ΠΙΚΠΑ, το Νταού Πεντέλης, το ίδρυμα της Λέρου, το Νοσοκομείο Παίδων κ.α. 
  Ήταν μια περίοδος δημιουργικότητας που με γέμιζε και μου έδινε δυνάμεις. Ακόμα και όταν τελείωσε η εκπομπή, συνέχισα τις εμφανίσεις σε παιδικές γιορτές και εκδηλώσεις, όπου με καλούσαν. 
  Και έτσι διατήρησα την επαφή με τα παιδάκια και τους γονείς τους. Παρότι τα χρόνια πέρασαν, ο κόσμος δεν ξέχασε τον Μπόζο. 
  Σήμερα τόσα χρόνια μετά, ο Μπόζο συνεχίζει να ξαναζωντανεύει. Και δεν είναι λίγη η συγκίνηση και η νοσταλγία όταν σου λένε, ώριμοι πλέον άνδρες και γυναίκες, «Μπόζο, μ΄εσένα μεγαλώσαμε!».
Πέθανε ο διάσημος Κλόουν "Μπόζο"


  Ο Λάρι Χάρμον, ο άνθρωπος που έκανε τον "Μπόζο τον Κλόουν" έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες στα αμερικανικά ΜΜΕ, πέθανε σε ηλικία 83 ετών.
  Ο Λάρι Χάρμον, ο άνθρωπος που έκανε τον "Μπόζο τον Κλόουν" έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες στα αμερικανικά ΜΜΕ, πέθανε σε ηλικία 83 ετών από καρδιακό επεισόδιο.
 
 Ο Λάρι Χάρμον αγόρασε τα δικαιώματα για την εικόνα του κλόουν το 1956, από τον άνθρωπο που πρώτος είχε εμπνευστεί αυτή τη φιγούρα και εκπαίδευσε εκατοντάδες άλλους να εμφανίζονται ως "Μπόζο" σε διάφορα σόου και τηλεοπτικούς σταθμούς στις ΗΠΑ.
Παρόλο που ο Λάρι Χάρμον δεν ήταν ο πρώτος που εμφανίστηκε ως "Μπόζο", ήταν ο άνθρωπος που έκανε αμέτρητες εμφανίσεις με τα ρούχα του συγκεκριμένου κλόουν και έδωσε με τη σειρά του την άδεια σε άλλους να εμφανίζονται σε περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς σε όλη τη χώρα. 



   Η καριέρα του διήρκεσε πάνω από 50 χρόνια, αλλά τα πιο πετυχημένα χρόνια ήταν οι δεκαετίες του 1980 και 1990.


"Δεν είχαμε δορυφόρους και δίκτυα όπως σήμερα. Γι΄αυτό δημιούργησα το δικό μου δίκτυο από τοπικούς κλόουν και παραγωγές σε όλη τη χώρα, που με υποχρέωνε να είμαι στο δρόμο 50 εβδομάδες το χρόνο, επί δεκαετίες"
, έλεγε ο Λάρι Χάρμον.


  Ο Χάρμον εκτιμούσε ότι ο Μπόζο ήταν μια φιγούρα που συνδέθηκε με περισσότερα από 5.000 προϊόντα και πρωταγωνίστησε σε πάνω από 10.000 ώρες τηλεοπτικού προγράμματος.
Mια γλωσσολογική ανάλυση
Μπόζος
1. Βλάκας. Ειδικότερα, χοντροκέφαλος αλλά και αγαθιάρης, αργόστροφος, αυτός που τα πιάνει δύσκολα αλλά παρόλ' αυτά επιμένει.



Ο Μπόζο ήταν κλόουν. Ο οποίος μετά διαφήμιζε γαριδάκια.

«... τώρα όλα τα παιδάκια τρώνε Μπόζο γαριδάκια...»

Και επ' ουδενί έχει σχέση με τον υποψήφιο δήμαρχο του ΠΑΣΟΚ στην Κηφισιά Πάνο Μπόζο.
Μπόζος στα αρβανίτικα θα πει βαρελάς. Επίσης καμία σχέση.

- Καλά, μα τι μπόζος είσαι ρε αδερφάκι μου ... σαράντα φορές στό 'χω πει ... αν δεν έχεις επαφή στο τρίτο φύλο, πάσο ... 
2. Ο Μπρουναμόντι είναι μέγας μπόζος και το όνομά του πρέπει να αλλάξει από ρομπέρτο σε τ-ρομπέρτο... (Από το site του Roma Club Grecia)
Ραδιοτηλεόραση / Ιωάννης Παπουτσάκης
Slang.gr
Κάτι παρόμοιο στο blog :