Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Άγια ζευγάρια ομοφύλων από τη χριστιανική ιστορία μας !

ΠΡΟΣΟΧΗ: 
Σ' αυτήν την ανάρτηση πιθανόν να υπάρχουν κείμενα ή φωτογραφίες που μπορεί να σοκάρουν ή να προσβάλλουν κάποιους "ευαίσθητους" !
Δαβίδ – Ιωνάθαν: Μιά τρυφερή σχέση
  Από την πρώτη στιγμή, που συνάντησε ο μεγαλύτερος γιός του βασιλιά Σαούλ, Ιωνάθαν, τον Δαβίδ η καρδιά του άρχισε να κτυπά δυνατά για αυτόν τον ωραίο και δυνατό –σύμφωνα με τις βιβλικές περιγραφές- νέο, ο οποίος μόλις είχε νικήσει τον Γολιάθ. 
  Η αμοιβαία έλξη των δύο ανδρών περιγράφεται στο βιβλίο «Βασιλειών Α΄»: «Η ψυχή του Ιωνάθαν συνεδέθη μετά της ψυχής του Δαυίδ, και ηγάπησεν αυτόν ο Ιωνάθαν ως την ιδίαν αυτού ψυχήν» (18:1). 
  Ο Δαβίδ –ανύπαντρος ακόμα- έζησε μαζί με τον Ιωνάθαν στο σπίτι του Σαούλ και «διέθετο Ιωνάθαν και Δαυίδ εν τω αγαπάν αυτόν κατά την ψυχήν αυτού» (18:2-3.)
  Στο συγκεκριμένο βιβλίο της Βίβλου περιγράφονται αρκετές τρυφερές στιγμές μεταξύ των δύο ανδρών, όπως: «Απεκρίθη Δαυίδ τω Ιωνάθαν και είπε· γινώσκων οίδεν ο πατήρ σου ότι εύρηκα χάριν εν οφθαλμοίς σου» (20:3.) 
  Ο Σαούλ σχεδίαζε να σκοτώσει τον Δαβίδ, ο Ιωνάθαν όμως, ο οποίος «ηρείτο τον Δαυίδ σφόδρα» (19:2) μεσολάβησε γεγονός, που ξεσήκωσε την οργή του βασιλιά. 
    Ο Ιωνάθαν τελικά σκοτώθηκε μαζί με τον πατέρα του και τα αδέρφια του σε μια μάχη. Ο Δαβίδ πόνεσε πολύ για το θάνατο του αγαπημένου του Ιωνάθαν. 
  Έγραψε μάλιστα κι ένα θρήνο («Βασιλειών Β’», 1:17-27), στον οποίο επισημαίνει σπαραξικάρδια, ότι αγάπησε τον Ιωνάθαν περισσότερο από τις γυναίκες: «Αλγώ επί σοι, αδελφέ μου Ιωνάθαν· ωραιώθης μοι σφόδρα, εθαυμαστώθη η αγάπησίς σου εμοί υπέρ αγάπησιν γυναικών» (1:26.)
Ο Iησούς και ο Ιωάννης, 
«όν ηγάπα ο Ιησούς»
  Στο Μυστικό Δείπνο περιγράφεται μία αρκετά τρυφερή σκηνή, 
  κατά την οποία ενώ ο Ιησούς και οι μαθητές είναι ξαπλωμένοι γύρω από το τραπέζι, ο Ιωάννης βρίσκεται φωλιασμένος στον κόλπο του Ιησού, 
  ενώ μετά γέρνει στο στήθος του διευκρινίζεται δε, ότι ο Ιησούς τον αγαπούσε: «’Ην δε ανακείμενος εις εκ των μαθητών αυτού εν τω κόλπω του Ιησού, όν ηγάπα ο Ιησούς... επιπεσών δε εκείνος επί το στήθος του Ιησού...» («κατά Ιωάννην», 13:23-25.) 
  Η φράση «όν ηγάπα» επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία στο ίδιο Ευαγγέλιο (19:26, 21:7), ενώ στο εδάφιο 20:2 εμφανίζεται ελαφρώς παραλλαγμένη σε: «όν εφίλει ο Ιησούς»
    Οι περιγραφές αυτές μας κάνουν να αναρωτηθούμε άν ο Ιησούς αγαπούσε μόνο τον Ιωάννη κι όχι τους άλλους Αποστόλους. 
  Η ιδιαίτερη αγάπη του προς τον Ιωάννη ενισχύεται κι από το γεγονός, ότι ενώ πέθαινε στο σταυρό, 
  ανέθεσε στον Ιωάννη την προστασία της μητέρας του, κάτι, που γίνεται και σε ένα νυμφευμένο ζεύγος, όταν ο ένας πεθαίνει.
Το ζεύγος των αγίων 
Περπέτουας - Φηλικιτάτης
  Το πρώτο μεταβιβλικό ζεύγος ομόφυλων αγίων ήταν ένα ζεύγος γυναικών: η Αγία Περπέτουα και η Αγία Φηλικιτάτη (1 Φεβρουαρίου), 
  μια 22χρονη Ρωμαία αριστοκράτισσα και η θεραπαινίδα της, οι οποίες ήταν μαζί στη ζωή (αρχές γ΄ αι.), αλλά και στο θάνατο, 
  που –σύμφωνα με το Συναξάρι- ήταν μαρτυρικός, λόγω της χριστιανικής τους πίστης. 
  Αν και μαζί τους μαρτύρησαν κι άλλοι τέσσερις προσήλυτοι, οι δύο αυτές γυναίκες ήταν, που ενέπνευσαν τη φαντασία των Χριστιανών, ενώ οι υπόλοιποι πολύ σπάνια αναφέρονται τους επόμενους αιώνες.
 Δεν ήταν σαφής η πραγματική φύση της σχέσης τους, και οι δύο είχαν από ένα μωρό.  
  Ο γάμος βέβαια μιάς νεαρής γυναίκας στη Ρώμη εκείνης της εποχής δεν ήταν ενδεικτικός των ερωτικών της προτιμήσεων. 
  Η αμφιβολία εντείνεται από το γεγονός, ότι, ενώ αναφέρονται διάφοροι άλλοι συγγενείς εμπλεκόμενοι στις περιγραφές των τελευταίων ημερών της ζωής τους και του μαρτυρίου τους (κυρίως ο πατέρας της Περπέτουας και ο αδελφός της Φηλικιτάτης) είναι καταφανέστατη η απουσία κάποιου συζύγου.   
  Η Περπέτουα πρό του μαρτυρίου της είδε σε όραμα, ότι ξεντύθηκε «και έγινε άντρας», ενώ στο τέλος και οι δύο γυναίκες δοξάστηκαν ως «ανδριώτατοι… στρατιώται εκλεκτοί».
Το ζεύγος των αγίων Πολύευκτου - Νέαρχου
  Τον επόμενο αιώνα στην Αρμενία, οι άγιοι Πολύευκτος και Νέαρχος (9 Ιανουαρίου) περιγράφονται από το Συναξαριστή ως «αδελφοί, όχι εκ γενετής, αλλά λόγω αγάπης». 
  Το Αρμενικό Συναξάρι επί πλέον αναφέρει, ότι «ήταν ο ένας σύντροφος του άλλου». Είχαν μεταξύ τους «τη στενότερη δυνατή φιλία γιατί ήταν σύντροφοι και υπηρετούσαν μαζί» (ήταν Ρωμαίοι στρατιώτες.) 
Ο Συμεών ο Μεταφραστής προσθέτει: «Ήταν δεμένοι μεταξύ τους με μια φιλία πιο δυνατή από το αίμα της συγγένειας. Αυτή η παθιασμένη ένωση τους έδενε και τους έκανε να πιστεύουν, ότι ο ένας ζούσε και ανέπνεε στο σώμα του άλλου». [«Ούτω δε φιλία προς αλλήλους συνδεδεμένοι, ως πολλώ πλέον αίματος τε και συγγενείας, εκ της κατά πόθον ακριβούς ομονοίας συνηρμόσθαι αυτών τας ψυχάς, εκάτερον τε εν εκατέρου σώματι ζήν όλως ή και αναπνείν οίεσθαι» (417)]. 
     Ο Νέαρχος ήταν χριστιανός ενώ ο Πολύευκτος όχι, όταν όμως είδε σε όραμα το Χριστό πήρε κι αυτός το μέρος τους. Ο Νέαρχος έμαθε, πως οι στρατιώτες, που θα θυσίαζαν στα είδωλα θα προάγονταν, ενώ οι χριστιανοί, που θα αρνούνταν θα αποκεφαλίζονταν. 
  Λυπήθηκε τότε πολύ, γιατί θα αποχωρίζονταν με τον (ειδωλολάτρη, σύμφωνα με αυτά, που μέχρι τότε γνώριζε) Πολύευκτο, εφ’ όσον μόνο αυτός, ως χριστιανός, θα πήγαινε στον Παράδεισο. Ανέφερε λοιπόν στον Πολύευκτο, πως αισθανόταν απαρηγόρητος για τον επικείμενο χωρισμό τους. 
  Ο Πολύευκτος, αναπήδησε και αγκάλιασε («περιπλακείς») τον Νέαρχο, εκλιπαρώντας τον να μάθει την αιτία του επικείμενου χωρισμού τους. Δεμένος («συνημμένος») με τον Νέαρχο με «αγάπη χωρίς όρια», ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα γι’ αυτόν, να βασανιστεί, να πεθάνει ή να πάθει ο,τιδήποτε άλλο, μην ενδιαφερόμενος ακόμα ούτε για τα παιδιά του, γιατί θεωρούσε την αγάπη του για τον Νέαρχο πιο σημαντική. Τότε ο Πολύευκτος τον ρώτησε: «Αυτό είναι που φοβόσουν, Νέαρχε, και υποπτευόσουν για μας από την αρχή; Συνειδητοποίησες λοιπόν, όλα όσα αφορούν το σαρκικό μέρος της σχέσης μας;» («έοικας ούν τα μεν σωματικά της φιλίας ημών έγνωκέναι», Ομπέ, σελ. 89. Βλ επίσης: Τζών Μπόσγουελ, «Γάμοι μεταξύ ανδρών», εκδ. «Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος», Αθήνα, 2004.])
   Λόγω της συγκυρίας ο Πολύευκτος αποκάλυψε πως κι εκείνος πίστευε στο Χριστό, τον οποίο είχε δει σε όραμα ως νεανίσκο και, παρ’ όλο που δεν είχε βαπτισθεί, κινδύνευε να μαρτυρήσει στα χέρια των Ρωμαϊκών Αρχών. 
Ο πεθερός του προσπαθούσε να τον αποτρέψει υπενθυμίζοντάς του τη σχέση του με τη γυναίκα του. Ο Πολύευκτος του απάντησε: «Για ποια γυναίκα και παιδιά θα περηφανευτώ τώρα;» και δεν υπέκυψε. Ποτέ του όμως, δεν ξέχασε την αγάπη του για τον Νέαρχο, γιατί ήταν μία ψυχή και («διάθεσις») σε δύο σώματα. Οι τελευταίες του λέξεις κατά το μαρτύριό του ήταν: «Νέαρχε, αδελφέ μου, να θυμάσαι τον μυστικό μας όρκο» (σημ. ο Πολύευκτος ανακηρύχτηκε ο προστάτης άγιος των όρκων)
  Η αγάπη ανάμεσα στον Πολύευκτο και τον Νέαρχο είναι η κινητήριος δύναμη αυτής της ιστορίας, αλλά και το πιο συγκινητικό στοιχείο, κι ας αφορούσε αρχικά έναν εθνικό κι ένα χριστιανό. Αυτό το σημείο της ιστορίας υπερβαίνει την ορθόδοξη άποψη της θρησκείας. Ο Πολύευκτος πεθαίνει πεπεισμένος, ότι θα πάει στον Παράδεισο και έτσι θα είναι για πάντα μαζί με τον Νέαρχο (κι όχι με τη γυναίκα του, ή τα παιδιά του). Το κύριο θέμα τόσο αυτής της ιστορίας, όσο και της προηγούμενης των Περπέτουας – Φηλικιτάτης είναι παρόμοιο. Οι σύζυγοι και τα παιδιά είναι ασήμαντοι για τους αγίους. Αυτό που κυριαρχεί στις διηγήσεις και τίθεται υπεράνω όλων είναι οι στενές τους σχέσεις.
Το ζεύγος των Αγίων Σέργιου και Βάκχου
   Το ζεύγος αγίων, που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή στο χριστιανικό κόσμο ήταν οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος (7 Οκτωβρίου.) Ζούσαν σαν ένας άνθρωπος στην αγάπη τους για τον Χριστό και αχώριστοι στο στρατό αυτού του κόσμου (ήταν Ρωμαίοι στρατιώτες), ενωμένοι  όχι από τη φύση αλλά από την πίστη. 
  Πάντα τραγουδούσαν και έλεγαν: «Τι καλόν και τι τερπνόν εστί συγκατοικώσιν οι αδελφοί επί τω αυτώ».
Σύμφωνα με το Συναξάρι τους, μαρτύρησαν επειδή έγιναν χριστιανοί. Για αρχή τους έβγαλαν τις στολές, τους φόρεσαν γυναικεία ρούχα και τους έβαλαν να παρελάσουν μπροστά απ’ όλη την πόλη, προς το παλάτι, με βαριές αλυσίδες στο λαιμό. 
  Αυτός ήταν ο κλασικός τρόπος για την κοινωνική ταπείνωση ενός σχετικά ανδροπρεπή πολεμιστή και θυμίζει την ποινή για ομοφυλοφιλικές πράξεις, όπως περιγράφεται από τον Προκόπιο (Μυστική Ιστορία,11), τον Μαλάλα και το Θεοφάνη.
  Στο μαρτύριο, που ακολούθησε πρώτος πέθανε ο Βάκχος. Ενώ ο Σέργιος θλιμμένος για την απώλεια του φίλου του έκλαιγε, ο Βάκχος εμφανίστηκε εμπρός του, σαν λαμπρός άγγελος και του είπε: «Βιάσου αδελφέ μου και μέσω μιάς όμορφης και τέλειας ομολογίας, ακολούθησέ με και απόκτησέ με στο τέλος της πορείας. Το δικό σου βραβείο θα είναι να είμαι μαζί σου»
  Η υπόσχεση αυτή του Βάκχου είναι αξιοσημείωτη κι ενδεικτική του είδους των σχέσεών τους. Ανταμοιβή του Στέργιου δεν θα ήταν η αγιοποίηση, ούτε ο στέφανος του μάρτυρα, ούτε ο Παράδεισος, αλλά ο ίδιος ο Βάκχος.
   Στην πιο γνωστή βιογραφία τους, εκείνη του Συμεών του Μεταφραστή, ο Σέργιος αποκαλείται «τρυφερός σύντροφος» (ο γλυκύς εταίρος και εραστής) του Βάκχου. Οι Σέργιος και Βάκχος έγιναν το προεξέχον ζεύγος, που επικαλείται στις τελετές ένωσης ομοφύλων.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α'. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τριάδος τῆς Ἁγίας ὀπλίται τροπαιοῦχοι, ἡ λαμπρὰ δυὰς τῶν Μαρτύρων, ὠράθητε ἐν ἄθλοις, Σέργιος ὁ θεῖος ἀριστεύς, καὶ Βάκχος ὁ γενναῖος ἀθλητής, διὰ τοῦτο δοξασθέντες περιφανῶς, προΐστασθε τῶν βοώντων Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν, πάσιν ἰάματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.