Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Οι συνταγές της Κατοχής, της πείνας και του... Θανάτου !!

Ανταλλακτική οικονομία στην Κατοχή!
  Στην κατοχική Αθήνα τα χρήματα είχαν χάσει την αξία τους και αυτό που έχει ανταλλακτική αξία, πλέον, είναι το κάθε είδους τρόφιμο.
    Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα και στις μοδίστρες: «Ταγιέρ: 5 οκάδες φασόλια ή 4 οκάδες λάδι. Φόρεμα απλό: 3 οκάδες φασόλια ή 2 οκάδες λάδι». 
  Είναι άραγε τυχαίο ότι και στις μέρες μας έχουν συσταθεί σε αρκετές πόλεις της Ελλάδας συστήματα ανταλλακτικής οικονομίας;
   Μάλιστα πριν από μερικές εβδομάδες η είδηση πως μια μοδίστρα από τον Βόλο συμμετέχει στη κίνηση αυτή έγινε πρώτο θέμα στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου.
Εικόνες της κατοχικής Αθήνας
** Ο μεγάλος λιμός του χειμώνα του 1941-1942 που συνοδεύτηκε και από τις χαμηλότερες θερμοκρασίες που είχε γνωρίσει ποτέ εκείνη η γενιά, έκανε τους Αθηναίους να επινοήσουν διάφορους τρόπους διατροφής που σε μια άλλη συγκυρία ούτε που θα τους σκέφτονταν. 
   Η ονομασία που τους είχαν δώσει, εξίσου ευρηματική: πολεμικά εδέσματα. 
  Για παράδειγμα το γάλα, όπου υπάρχει, στα γαλακτοπωλεία της εποχής σερβίρεται με αλάτι και όχι με ζάχαρη. Το ρυζόγαλο σερβίρεται φτιαγμένο με σταφιδίνη.
** Στις εφημερίδες της Κατοχής οι συνταγές ήταν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, αφού τότε οι ημερήσιες εφημερίδες είχαν καθιερώσει μόνιμες στήλες με "οδηγίες επιβίωσης" που περιελάμβαναν πρακτικές συμβουλές και διαιτολόγια. 
  Χαρακτηριστικά δείγματα αυτών των οδηγιών ήταν: "Πώς δεν θα έχετε απώλειες τροφών στο μαγείρεμα" ή "τα ψίχουλα και πώς να τα μαζέψετε"».
**  H επιβίωση των Αθηναίων αποδόθηκε από πολλούς, όπως διαβάζουμε, στη ρετσίνα και τη σταφίδα, από τα ελάχιστα προϊόντα που υπήρχαν σε σχετική αφθονία.
  Ένα σωρό διατροφικές προκαταλήψεις και ταμπού κάμφθηκαν τότε αναγκαστικά, 
   ενώ περιφρονημένα λαχανικά -τσουκνίδες, λαχανίδες, πατατόφλουδες- εδραιώθηκαν στο οικογενειακό τραπέζι. 
  Το ψωμί μοιραζόταν με το δελτίο -τριάντα δράμια ανά άτομο- κι ήταν σαν λάσπη, φτιαγμένο από καλαμποκάλευρο, χαρουπάλευρο, έως και σκουπάλευρο! 
   Ενώ υπήρχαν άνθρωποι που απέφευγαν να δηλώσουν τους νεκρούς τους και φρόντιζαν να τους θάψουν στα κρυφά, για να μην παραδώσουν τα δελτία τους όπως όφειλαν...
** Τον Μάιο του 1941, το δελτίο επιβλήθηκε και στο ρύζι, το λάδι, τη ζάχαρη και το κρέας. 
   Και την ώρα που έμπαιναν στο στόχαστρο έως και τα ελάφια του Εθνικού Κήπου, κάμποσοι μαυραγορίτες πουλούσαν γάτες για κουνέλια και σκυλίσιο ή αλογίσιο κρέας για αρνάκι ή βοδινό.
** Υπάρχουν και οδηγίες στις εφημερίδες για τα... ψίχουλα. Ιδού: «μαζέψτε προσεκτικά τα ψίχουλα από το τραπέζι, από την κουζίνα όταν κόβεται το ψωμί, από το δοχείο όπου φυλάσσεται το ψωμί. Μέσα σε μία εβδομάδα το πιο πιθανόν είναι να εξοικονομηθεί ένα ποτήρι από ψίχουλα ψωμιού».
**  Στα περισσότερα εξοχικά κέντρα οι πελάτες τότε προσέρχονταν µε τα φαγητά τους.
   Και ότι δεν ήταν λίγα τα εξοχικά κέντρα που νοίκιαζαν τα καθίσµατά τους µε µοναδική υποχρέωση του πελάτη να πάρει ένα ποτήρι κρύο νερό.
** Το σαπούνι ήταν σπάνιο. Κάποιοι αετονύχηδες πωλούσαν νέο είδος σαπουνιού που, αν το χρησιµοποιούσες, κατέστρεφες τα ρούχα σου ή βρώµιζες το σώµα σου χειρότερα από πριν.
** Οι γάµοι γίνονταν µε µαύρα κουφέτα! Επειδή τα κουφέτα ήταν πανάκριβα και δυσεύρετα, έφτιαχναν κουφέτα από καµένη ζάχαρη.
** Ως νόστιµο χειµωνιάτικο φρούτο οι άνθρωποι κατανάλωναν κούµαρα. Τα κούµαρα έχουν γλυκιά γεύση, αλλά είναι γεµάτα µε σκληρούς σπόρους και πρέπει να τρώγονται σε µια συγκεκριµένη φάση ωρίµανσης, ενώ δεν αντέχουν σχεδόν καθόλου µετά τη συγκοµιδή.
** Στον δρόµο πολλοί Αθηναίοι έτρωγαν χαρούπια. Τα πιτσιρίκια που ακολουθούσαν µάζευαν τα κουκούτσια που πετούσε αυτός που τα έτρωγε, καθώς, αν είχε κανείς πολλά τέτοια κουκούτσια, έφτιαχνε χαρουπάλευρο.
**  Στις 10 Οκτωβρίου 1941 εµφανίστηκε ξαφνικά ένα κάρο γεµάτο κρεµµύδια που κατέβαινε την Αχαρνών.
   Η έκπληξη όλων ήταν τέτοια, που σχηµατίστηκε µια τεράστια ποµπή που ακολουθούσε το κάρο. Η ουρά ξεκινούσε από την Ιουλιανού και έφτανε στην Ιθάκης. 
   Με επέµβαση της Αστυνοµίας τα κρεµµύδια πουλήθηκαν στον κόσµο επί τόπου.
** Τον Απρίλιο του 1942 απαγορεύτηκε σε όλα τα καταστήµατα να βάζουν τρόφιµα στις βιτρίνες τους πλην λαχανικών, φρούτων και ξηρών καρπών. Τα υπόλοιπα τρόφιµα δεν έπρεπε να εκτίθενται σε κοινή θέα. 
** Στην εξώπορτα ενός ζαχαροπλαστείου είχε αναρτηθεί πινακίδα που έγραφε: «Παρακαλούνται οι κ.κ. διαρρήκτες να µην προβούν εις νέαν διάρρηξιν του καταστήµατος, διότι κατά τη νύκτα τα γλυκά µεταφέρονται εις την κατοικίαν του ιδιοκτήτου».
** Οι τιµές των βιβλίων δεκαπλασιάστηκαν µέσα στους πρώτους µήνες του 1942. 
   Κι επειδή από τους πρώτους ήδη µήνες της Κατοχής είχαν επιταχθεί τα αυτοκίνητα, η βενζίνη είχε έλλειψη και τα µέσα µεταφοράς σπάνιζαν, οι Αθηναίοι διένυαν τις περισσότερες αποστάσεις µε τα πόδια. 
   Τα γαϊδούρια έγιναν της µόδας, αλλά ένα γαϊδουράκι κόστιζε όσο κόστιζε προπολεµικά µια µοτοσυκλέτα. Αργότερα τα έσφαζαν κι αυτά για το κρέας τους.
Σαρδέλες για δώρο
  Στις γιορτές, οι Αθηναίοι συνέχιζαν να ανταλλάσσουν επισκέψεις, αλλά για δώρα έδιναν τρόφιµα. 
   Τα καταστήµατα πλάσαραν στις βιτρίνες ως καλύτερα δώρα µεγάλες στολισµένες σακούλες που περιείχαν δύο κοµµάτια µαντολάτο, δύο κοµµάτια παστέλι, πενήντα φιστίκια, πενήντα αµύγδαλα κ.ο.κ. 
  Οι βασιλόπιτες από χαρουπάλευρο και σταφίδες κόστιζαν µια περιουσία. Τα Χριστούγεννα του 1941 ένα µαγαζί πωλούσε για πρωτοχρονιάτικο δώρο παστές σαρδέλες.
  Ο καθένας πωλούσε ό,τι µπορούσε. Κατάστηµα που προπολεµικά πωλούσε µόνο ηλεκτρικά είδη τώρα δίπλα στην ηλεκτρική συσκευή είχε ένα µικρό, πανάκριβο γλυκό, 50 δραχµές το κοµµάτι. 
  Και τα γνωστά ανθοπωλεία της Βασιλίσσης Σοφίας στη Βουλή πουλούσαν επίσης µελιτζάνες, κολοκυθάκια και παντζάρια... 
Γάτες και σκύλοι
    Τον πρώτο χειµώνα της Κατοχής εξαφανίστηκαν από την Αθήνα γάτες και σκύλοι για ευνόητους λόγους. Η Αστυνοµία συνέλαβε κάποιον που προσπαθούσε να πουλήσει σκύλο ράτσας «λουλού» ως αρνάκι γάλακτος.
   Άλλος συνελήφθη να πουλάει κοκκινιστές γάτες στην κατσαρόλα, ενώ µια γάτα ήταν γδαρµένη και την πωλούσε για κουνέλι. Σε µια συνοικία της Αθήνας, τον Ασύρµατο, µια γυναίκα έσφαζε σκυλιά, τα µαγείρευε και τα πουλούσεως φαγητό. 
  Όταν πιάστηκε, είχε µαγειρέψει έναν σκύλο µε κολοκυθάκια. Το σκληρό κρέας είχε βάλει σε υποψίες έναν πελάτη που µασούσε το κρέας και δεν µπορούσε να το καταπιεί.
   Τον Μάρτιο του 1942 συνελήφθη κάποιος που είχε µαζί του τρεις γαϊδουροκεφαλές και τις πήγαινε σε εστιατόριο. Ο εν λόγω πολίτης έσφαζε συστηµατικά γαϊδούρια και τα καλύτερα κοµµάτια των ζώων τα πωλούσε σε πολυκατοικίες του Κολωνακίου ως... µοσχαρίσια φιλέτα. Τα λιγότερο καλά τα πήγαινε σε άλλες συνοικίες. 
  Στην Καισαριανή διέθεταν κατά σύστηµα το κοινό αλογίσιο κρέας,το οποίο γινόταν ανάρπαστο.
  Ο Τύπος, µάλιστα, δεν δίστασε να επιδοκιµάσει την πρακτική: «Σ’ όλον τον κόσµον τρώγεται το άλογον. Και εφ’ όσον έχει επιστηµονικώς διαπιστωθεί ότι είναι κατάλληλον προς βρώσιν είναι ακατανόητον, µε τας σηµερινάς µάλιστα δυσχερείας, να το κρατάµε µακριά από τις κουζίνες µας». 
Συνταγές
** Πιλάφι με κιμά... χωρίς κρέας: Το κρέας αντικαθιστά η μελιτζάνα περασμένη από τη μηχανή του κρέατος. Καβουρδίζετε το κρεμμυδάκι, ψιλοκόβετε μαϊντανό, προσθέτετε λίγο ντοματοπελτέ και το αφήνετε να δέσει. Ετοιμάζεται το πιλάφι σας και περιχύνετε με τη σάλτσα.
** Ντομάτες ωμές γεμιστές με ελιές, αγγουράκι, πιπεριά και μαϊντανό: Ανοίγετε τις ντομάτες προσθέτετε τα υλικά που σας αρέσουν και για να κάνετε εξοικονόμηση ηλεκτρικού ρεύματος σερβίρετε τις ντομάτες ωμές.
** Σέσκουλα πουρέ: καθαρίζετε και πλένετε τα χόρτα μέχρι να βράσουν με πολύ λίγο νερό σε σιγανή φωτιά. Οταν βράσουν τα απλώνετε σε μια πιατέλα και με ένα κοφτερό μαχαίρι τα κόβετε ψιλά ψιλά. 
  Βάζετε στη κατσαρόλα μια δυο κουταλιές λίπος και όταν κάψει ρίχνετε τα χόρτα. Ανακατεύοντας προσθέτετε λίγο-λίγο γάλα. Ανακατεύεται διαρκώς και φτιάχνετε τον πουρέ σας.
** Φασολάκια χωρίς φασόλια: Βάλτε τις κλωστές και τις άκρες από τα φασολάκια που έχετε για πέταμα να βράσουν με νερό και λίγο αλάτι, Οταν το νερό αρχίζει να λιγοστεύει θα έχετε αποκτήσει ένα εξαίρετο χορτόζουμο. Κόψτε μέσα λίγα καροτάκια και μια πατατούλα.
** Για τους κουνουπιδοκεφτέδες τώρα, θα βράσεις το κουνουπίδι και θα το περάσεις από τη μηχανή κιμά. Θα ρίξεις τριμμένο κρεμμύδι, αλάτι, μαϊντανό, δυόσμο, μοσχοκάρυδο και δύο κουταλιές αλεύρι. 
   Στη συνέχεια θα πλάσεις κεφτεδάκια με τα δυο χεράκια, θα τα αλευρώσεις και θα τα ρίξεις στο τηγάνι.
** Για τα σουβλάκια με ξερά φασόλια, θα πρέπει αρχικά να μουλιάσεις για μία ολόκληρη νύχτα τα φασόλια.
  Την επόμενη μέρα θα τα πλύνεις, θα τα βράσεις σε αλατισμένο νερό (για να μην λιώσουν) και θα τα σουρώσεις. Μέσα σε ένα βαθύ πιάτο θα διαλύσεις λίγο αλεύρι με νερό, αλατοπίπερο και ψιλοτριμμένο κρεμμύδι και άνηθο. 
   Θα περάσεις τα φασόλια σε οδοντογλυφίδες, θα τα βουτήξεις στο κουρκούτι και θα τα τηγανίσεις.
** Bλήτα ογκραντέν. «Βράστε τα, βάλτε τα στο ταψί με λίγο δυόσμο και ρίξτε από πάνω κρέμα φτιαγμένη από αλεύρι. Και αν δεν θέλετε τα βλήτα στον φούρνο, κάντε τα... τηγανητά. Φτιάξτε βλητοκεφτέδες».
** Κολοκύθια βραστά με ντομάτα: Βράστε ανάλογα κολοκυθάκια, όπως για σαλάτα, σε αρκετά αλατισμένο νερό για να αλατίζονται καλά τα κολοκύθια, γιατί, όπως είναι γνωστό, το αλάτι δεν τα πιάνει ύστερα και δεν υπάρχει χειρότερο από ένα ανάλατο κολοκύθι. 
   Εν τω μεταξύ κάντε και μια καλή σάλτσα ντομάτα ως εξής: βάλτε σε κατσαρόλα ή τηγάνι να ξανθίσει λίγο ψιλοκομμένο κρεμμύδι με λιγάκι λαδάκι ή λίπος και το σβήνετε με αρκετή αραιωμένη ντομάτα πελτέ και μερικές φρέσκες κομμένες ψιλές, αλάτι και 2-3 φύλλα δάφνης και λίγο νερό. 
   Αφού βράσει για 15 με 20 λεπτά θα προσθέσετε για να πυκνωθεί μια κουταλιά αλεύρι ή κορνφλάουρ ή κάτι άλλο, διαλυμένο πρώτα σε κρύο νερό. 
    Στο τέλος ρίχνετε και λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο και περιλούζετε τα στραγγισμένα κολοκύθια στην πιατέλα.
** «Παίρνετε τις ντοµάτες, αν τις βρείτε, τις λειώνετε, τις βράζετε και µετά ρίχνετε τις ελιές: 5 µε 6 ελιές για κάθε άτοµο της οικογένειας. Να µια νόστιµη σούπα που δεν την είχατε σκεφτεί πριν». 
  Τέτοιου τύπου συµβουλές έδιναν καθηµερινά οι εφηµερίδες της Κατοχής, καθώς οι ελλείψεις προϊόντων, οι αστρονοµικές τιµές, η µαύρη αγορά έκαναν την επιβίωση δύσκολη και έφερναν την ασιτία προ των πυλών.
** Στα χρόνια της Κατοχής, τα χόρτα ήταν στο επίκεντρο των συνταγών στα αλµυρά φαγητά και η σταφίδα στα γλυκά. 
    Η σταφίδα άλλωστε, λόγω της µεγάλης θερµιδικής της αξίας, έσωσε κόσµο στην Κατοχή. 
   Είδος µεγάλης κατανάλωσης ήταν η σταφιδόπαστα που φτιάχνεται από µαύρες σταφίδες και µοιάζει µε κέικ. Παγωτά και πάστες φτιάχνονταν από σταφιδίνη.
** Όσο για τα γλυκίσματα του λιμού που απλώνονταν στους πάγκους των πλανόδιων μικροπωλητών, ήταν κάτι απίθανα βαθύχρωμα κατασκευάσματα από σουσάμι, σταφίδα, μπομποτάλευρο, ύποπτα σιρόπια και ποιος ξέρει τι άλλες ουσίες. 
   Επιστρατεύοντας όμως όλα τ' αποθέματα της φαντασίας τους, οι γυναίκες της εποχής έφτιαχναν κι άλλα: μπομπότες, πουτίγκες με μπομποτάλευρο, μαρμελάδα σύκο ή σταφύλι, κουλουράκια ξιδιού, μουσταλευριά με σταφίδες, γλύκισμα από ξερά σύκα, κατοχικά μπισκότα, τσάι πορτοκαλιού.
** Ο μεγάλος φονικός λιμός του χειμώνα του 1941-1942 ανάγκασε εκατοντάδες χιλιάδες Αθηναίους/ες να ψάξουν να βρουν/ανακαλύψουν...νέες εύηχες συνταγές μαγειρικής για ν΄ αποφύγουν το θάνατο από την πείνα και να επιβιώνουν με ελάχιστα τρόφιμα και κυρίως χόρτα.
Μερικά φαγητά ακόμα
   Έτσι έχουμε: Σούπες λαχανικών, χορτόσουπες, ζελέ από χόρτα, πατάτες με γάλα, καρότα με γιαούρτι, ρεβιθοκεφτέδες, φασουλοκεφτέδες αλλά και κεφτέδες με το πλιγούρι του συσσιτίου ή από... κοτσάνια κουνουπιδιού, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά, βιεννέζικο «νόκερλ» από πατάτες, λάχανο µε κάστανα,
   µελιτζάνες µε πουρέ πατάτας, , σπανακοπίλαφο, πατατοκεφτέδες φούρνου, στιφάδο με κάστανα, στιφάδο με φασόλια, στιφάδο με κόκκινη κολοκύθα αλλά και κυδώνια μαγειρεμένα σαν να επρόκειτο για κοκκινιστό, σέσκουλα πουρέ,
    κυδωνόπαστο, µαρµελάδα πορτοκάλι χωρίς ζάχαρη, τσάι πορτοκαλιού, ψωμί από αλεσμένα βελανίδια, λαχανίδες, πατατόφλουδες, σούπα κουκουτσάλευρο, σαλάτα από χαμομήλι και άγριες κίτρινες μαργαρίτες, τσουκνίδες, τσουκνιδοκεφτέδες, 
  χορτόζουμο, ρεβιθοκούλουρα και σπανακόπιτα πολεμική (χωρίς αυγά, τυρί, γάλα, παρά μόνο με σπανάκι και λίγο χυλό) και πολλές ακόμη συνταγές που επινοήθηκαν από τους πεινασμένους Αθηναίους.. 
   Επιπλέον, όλα αυτά είχαν όνοµα και µάλιστα ευφάνταστο: λέγονταν «πολεµικά εδέσµατα». 
Συνταγές του Νίκου Τσελεμεντέ
  Αν σε κάποιον είχε περισσέψει από το µεσηµέρι ένα πιάτο φασολάκια γιαχνί, ο περίφηµος Νίκος Τσελεµεντές στη στήλη του σε εφηµερίδα πρότεινε: «Ψιλοκόψτε το περίσσευµα, ρίξτε το στην κατσαρόλα, ρίξτε και αρκετό νερό,βάλτε και µερικές ελιές και έτοιµη η σούπα»
   Και άλλη φορά ο Νικόλαος Τσελεµεντές έδινε την ακόλουθη συνταγή, στην οποία γέµιζε τις ντοµάτες µε... µελιτζάνες, ενώ συµβούλευε τις νοικοκυρές να µαζεύουν τα ψίχουλα:
   Ντοµάτες γεµιστές από µελιτζάνες Υπό του κ. Νικ. Τσελεµεντέ «Τω καιρώ εκείνω, ο Βασιλεύς της Βιθυνίας Νικοµήδης είχεν έναν άριστον µάγειρον, όστις κάποιαν ηµέραν µη ευρίσκων µαρίδες στηναγοράν, σοφίσθηκε και έκαµε ψεύτικες από άλλο είδος και θαυµάσας ο Βασιλεύς την εφευρετικότητα του µαγείρου του είπε τον γνωστόνεπιγραµµατισµόν: “Ουδέν ο µάγειροςτου ποιητού διαφέρει, ο νους αµφοτέρων ένας για την τέχνην”.
   Κάτι παρόµοιο καµουφλάρισµα γίνεται και το γέµισµα της ντοµάτας, αντί κρέας κάνοµε κυµά από µελιτζάνες. Και ιδού πώς.∆ιαλέξετε ανάλογες µελιτζάνες, όχι σποριάρικες, πετάξετε τα κουκούτσια και κόψετέ τις από τη µηχανή σαν κιµά. Η δουλειά αυτή να γίνεται κάπως γρήγορα, για να µην µαυρίζουν οι µελιτζάνες.
   Εν τω µεταξύ βάλετε να κοκκινίση καλά σε πλατειά κατσαρόλα αρκετό κρεµµύδιψιλό µε λάδι – έως 100 δράµια κρεµµύδια για µια οκά µελιτζάνες –, άµα κοκκινισθή ρίχνετε µια χούφτα µελιτζάνες - κυµά και αφού καβουρδισθή αρκετά, ρίχνετε και την υπόλοιπη µελιτζάνα, συνάµα αρκετή ντοµάτα µπελτέ, καθώς και τις ψίχες από τις ντοµάτες, στυµµένες και ψιλά κοµµένες, επίσης αλάτι και µαϊδανό ψιλό και αν υπάρχη και ένα ποτηράκι άσπρο κρασί. 
  Να βράσουν αρκετά, ώστε να αποψηθή η µελιτζάνα και απορροφηθούν όλα τα υγρά. Τότε ρίχνετε στον κυµά αυτόν αρκετή γαλέττα τριµµένη ή από ψίχουλα, είτε κόρα τριµµένη από τον τρίφτην, διά να σφίξη καλά.
  Εν τω µεταξύ έχετε τις ντοµάτες ανοικτές, όπως συνήθως, τις αλατίζετε καλά από µέσα και πασπαλίζετε µε λίγη γαλέττα διά να µην αναλυθή ο κυµάς µε τα υγρά τηςντοµάτας. Βάλετε τα καπάκια τους, περιλούσετέ τις µε λίγο λάδι και ψήνονται στο φούρνο.
   Και τώρα ας κάµωµε και λίγη ψιχουλολογία! Προ καιρού ακούονται οι συµβουλές από τους αρµοδίους να µαζεύωµεν τα ψίχουλα καινα τα χρησιµοποιούµε στην µαγειρική. Στην αρχή ο πολύς κόσµος το πήρε στ’ αστεία γιατί το νόµιζε ανάξιο προσοχής. Οσοι όµως δοκίµασαν το µάζευµα είδον µε έκπληξί τους ότι σε µια βδοµάδα γέµιζαν ένα σακκουλάκι. Και όσοι δεν το πιστεύουν ακόµα ας ακούσουν µια στατιστική του υπουργείου Αγορανοµίας.
   Υπολογίζοντες 8 δράµια ψίχουλα την ηµέραν, από κάθε οικογένειαν – και τα οποία επήγαιναν στα σκουπίδια – έχοµεν ένα ποσόν ηµερησίως από 40 τόννους σιτάρι. Και ούτω πετούµε στον τενεκέ των σκουπιδιών µίαν ποσότητα από ψίχουλα που κοστίζουν τον χρόνον περί τα 100 εκατοµµύρια δραχµάς. 
  Αν τα υπολογίσωµεν 4 δράµια µόνον την ηµέραν, τώρα που δεν είναι άφθονα, έχοµε πάλι περί τα 50 εκατοµµύρια σπατάλη. Και αν θέλωµεν να κάµωµε και άλλο σκόντο στο τέταρτο, δεν είνε λίγα και τα 25 εκατοµµύρια να πηγαίνουν στα σκουπίδια. Να λοιπόν τι αξίζει να µαζεύωνται τα ψίχουλα».
Μια συμβουλή
«Καθόλου κρέας, μια αλεσμένη αγκινάρα για φαγητό. Καλό μάσημα της τροφής για να νιώθει το στομάχι γεμάτο και μην ξεχνάτε να μαζεύεται τα ψίχουλα από το τραπέζι σε ένα βαζάκι»
Μαρτυρίες
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΖΟΥ: «Ήδη από το φθινόπωρο του ’41 αρχίζουν και εμφανίζονται οι ελλείψεις τροφίμων.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ: «Όσο όμως προχωρούσε ο καιρός αυτές οι ελλείψεις άρχισαν να μεταβάλλονται σε μικρές, μικρές τραγωδίες, σε στερήσεις και οι στερήσεις με τη σειρά τους γύρω στον Νοέμβρη, Δεκέμβρη να μεταβάλλονται σε πείνα.»
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Στους δρόμους πέφτουν οι πρώτοι πεινασμένοι. Δε βρίσκεις τίποτα να αγοράσεις.»
ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ: «Άρχισε αμέσως να σχηματίζεται ουρά στα τρόφιμα. Αμέσως. Σε λίγο εξαφανίζονταν τα πάντα. Δεν έβρισκες πια στην αγορά κρέας. Τι έβρισκες; Κόκαλα. Πήγαινες κι αγόραζες κόκαλα.»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑΣ: «Ακούγαμε από μέσα από το σπίτι όπως ήμασταν κλεισμένοι τη νύχτα ανθρώπους να περπατάνε στους δρόμους και να φωνάζουνε «Πεινάω. Σας παρακαλώ δώστε μου ένα κομμάτι ψωμί, δώστε μου κάτι να φάω» και πολλοί από αυτούς βεβαίως κάποια ώρα χάνανε και τη ζωή τους.»
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Έχουμε μία συγκλονιστική μαρτυρία του επίτιμου εισαγγελέα εφετών Παύλου Δελαπόρτα, ο οποίος θυμάται μία από τις πιο φρικιαστικές εικόνες της κατοχής. Είναι ένας σκύλος ξαπλωμένος στην οδό Νικηταρά κ τραγανίζει ένα μακρύ κόκαλο από κατωσάγονο αλόγου. Ξαφνικά ένας άνθρωπος ρίχνεται πάνω στο σκυλί, του αρπάζει το κόκαλο και αρχίζει να το τραγανίζει αυτός.»
ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ ΒΟΓΛΗΣ: «Η εξαθλίωση οδηγεί τους ανθρώπους να αναζητούν τρόφιμα στα πιο απίθανα μέρη. Έχουμε φωτογραφίες ανθρώπων που ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε.»
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Και τους σκύλους τους είχαν ξεπαστρέψει. Και τους σκύλους και τις γάτες. Δεν υπήρχαν αυτά τα ζώα. Τα τρώγανε και αυτά.»
ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ: «Τι γάτα, τι βόδι, τι γαϊδούρι κοκκινιστό! Εξαφανίστηκαν όλα τα τετράποδα από την Αθήνα. Τα γαϊδούρια τα σφάζανε, τα άλογα τα σφάζανε. Δηλώθηκε μάλιστα και κλοπή ελαφιού από τον εθνικό κήπο, το οποίο ελάφι το πήραν φυσικά για να το φάνε»
ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Την ίδια στιγμή που οι αθηναίοι πεινούν, ο ανώτατος διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα στρατηγός Κάρλο Τζελόζο ζει σαν ρωμαίος αυτοκράτορας. Μένει στο ανάκτορο του διαδόχου Παύλου στο Ψυχικό. Αγοράζει πανάκριβα είδη πολυτελείας τα οποία βέβαια πληρώνει το ελληνικό Υπουργείο οικονομικών. 
   Περιτριγυρίζεται από 10 σερβιτόρους οι οποίοι το πρωί φορούν κίτρινο γιλέκο, το μεσημέρι άσπρο σμόκιν και το βράδυ φράκο με άσπρα γάντια. Μια μικρή ορχήστρα παίζει ειδικά για αυτόν την ώρα του πρωινού του γεύματος και του δείπνου και μία φορά τη βδομάδα ειδικό αεροπλάνο πηγαίνει στην Ευρώπη ώστε να φέρει σαμπάνια και φουά γκρα από τη Γαλλία, κρασί από την Ουγγαρία και πουλερικά από τη Σερβία. 
  Φυσικά όλα αυτά με χρήματα του ελληνικού δημοσίου και τη στιγμή που οι Αθηναίοι ψάχνουν στα σκουπίδια για να φάνε.»
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ: «Ο πληθωρισμός ήταν ένα πρόβλημα που εμφανίστηκε από την αρχή της στρατιωτικής κατοχής. Αλλά εκεί που πραγματικά έχουμε τον πλήρη εκτροχιασμό είναι από το δεύτερο εξάμηνο του ‘43 και μετά.»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙΡΟΦΥΛΑΣ: «Το 1940 με την κήρυξη του πολέμου το ψωμί είχε 10 δραχμές η οκά. Το 1943 που ‘μαστε στη μέση της κατοχής το ψωμί είχε 7.000 η οκά. Από 10 δραχμές πήγε 7.000. Το 1944 που φτάνουμε στο τέλος της κατοχής είχε 196.000 δραχμές η οκά. 
  Το κρέας το 1940 έχει 50 δραχμές η οκά. Το ‘43 μέσα στη μέση της κατοχής 36.000 από 50 δραχμές 36.00 δραχμές κ το 44 5080.000 δραχμές η οκά».
ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ: «Το αβγό το κανονικό, έκανε 1 δραχμή, το αβγό της ημέρας το φρέσκο έκανε 1,20. Την πρώτη μέρα της κατοχής το αβγό είχε φτάσει 3 δραχμές. Είχε εξαφανιστεί της ημέρας. Το αβγό έκανε 3 δραχμές. Την τελευταία μέρα της κατοχής, πόσο έκανε το αβγό; Είναι αδύνατον να το βάλει ο νους σου! 700 δισεκατομμύρια.»
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: «Και άκουγες εξωφρενικές τιμές. Πόσο κάνει μία οκά λάδι, 500 εκατομμύρια. Αλλά και που να τα είχες; Δεν τα είχες αυτά, δεν τα είχες αυτά τα 500 εκατομμύρια. Γιατί μπορούσες να δούλευες όλη μέρα και να πάρεις 500 εκατομμύρια. Αυτή ήταν η κατάσταση. Δηλαδή οι τιμές φτιάχνονταν με εκατομμύρια.»
ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΒΔΟΥΛΟΣ: «Το χαρτονόμισμα ήταν τελείως άχρηστο. Μπορεί να βγάζανε ένα πακέτο να ‘τανε εκατοντάδες χιλιάδες πακέτα και να άξιζαν ένα καρβέλι ψωμί, δυστυχώς.»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙΡΟΦΥΛΛΑΣ: «Η λίρα είχε φτάσει 100 δραχμές στις αρχές τότε της κατοχής και μέσα σε ελάχιστους μήνες τον Ιούλιο του ’41, από τον Απρίλιο που έγινε η κατάληψη της Αθήνας, είχε φτάσει να έχει 22.500 δραχμές. 
   Είχε δημιουργηθεί δηλαδή κυριολεκτικά ένας πανικός. Βεβαίως στα μετέπειτα χρόνια είχαμε ακόμη πιο ιλιγγιώδη αύξηση της τιμής της λίρας και μάλιστα φτάσαμε σε μια εποχή προς το τέλος του ‘44 να μιλάμε για τρισεκατομμύρια. 
  Δηλαδή μια λίρα είχε τρισεκατομμύρια. Από εκεί και πέρα καταλαβαίνετε τον πληθωρισμό.»  
Επίλογος
  Σύμφωνα με τους ειδικούς πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, σήμερα, είμαστε ακόμη στην αρχή της κρίσης και τα χειρότερα έπονται. 
  Πόσο σίγουροι είμαστε ότι δε θα χρειαστεί να ανασύρουμε από το χρονοντούλαπο τις "Συνταγές της Κατοχής;".
Ο Δημητράκης
Στίχοι: Γιώργος Κανελλόπουλος
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Πρώτη εκτέλεση: Θέμης Ανδρεάδης
Πριν τριάντα χρόνια τέτοια εποχή
τρώγαν με κουπόνια ήταν κατοχή
τρώγαν με κουπόνια ήταν κατοχή
πριν τριάντα χρόνια τέτοια εποχή
Κι εσύ Δημητράκη δεν τρως το φαΐ σου
κι εσύ Δημητράκη το βλέπεις και κλαις
λουλούδια σπαρμένη ας είν' η ζωή σου
κι εσύ Δημητράκη να τρως ό,τι θες
Κάτω από τη μπότα του κατακτητή
τρώγαμε μπομπότα ήταν κατοχή
τρώγαμε μπομπότα ήταν κατοχή
κάτω από τη μπότα του κατακτητή
Κι εσύ Δημητράκη δεν τρως το φαΐ σου
κι εσύ Δημητράκη το βλέπεις και κλαις
λουλούδια σπαρμένη ας είν' η ζωή σου
κι εσύ Δημητράκη να τρως ό,τι θες.



Ελένη Νικολαίδου:
«Οι συνταγές της πείνας» 




Ναταλία Σαμαρά-Γκαίτλιχ: 
Μόδα στα χρόνια της Κατοχής !!
Νυχτερινή ζωή, το Πάσχα, στην Αθήνα του 1943 !
Το Πάσχα της ελευθερίας
Ο Καραγκιόζης στο Μέτωπο !
Το «Όχι» του 1940, ο Μεταξάς και ο πρεσβευτής Γκράτσι
Με το χαμόγελο στα χείλη και άλλα τραγούδια του Αλβανικού έπους !
Ήρωες μετά την μάχη
Η αρχαιοκαπηλία την περίοδο της Κατοχής
Η ομαδική εκτέλεση ενός κρητικού χωριού (1941)
Όταν οι Γερμανοί έκαναν "γυμνάσια" στους Έλληνες Εβραίους !
Το «όμορφο τέρας» κι άλλες διαβολικές γυναίκες της ναζιστικής εποχής
Οι πίνακες της Κατοχής και τα μικρά παιδιά
Τσολάκογλου : Προδότης ή ρεαλιστής ;
Η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η πρώτη συνάντηση και άλλα συγκινητικά...
Οι τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.