Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ο "Ακάκιος" και η "Στέλλα" φτιάχνουν μακαρόνια τρέλα !!

 Ένα αφιέρωμα στα μακαρόνια και στις πανέμορφες σπιτικές μακαρονάδες των παιδικών μας χρόνων, με την πηχτή κόκκινη σάλτσα, τα μεγάλα κομμάτια κοκκινιστό κρέας και την τριμμένη ξερή μυτζήθρα από πάνω!! 
  Ακόμα δεν μπορώ να επιλέξω τι είναι πιο καλό, ένα πιάτο μακαρονάδα με κοκκινιστό κρέας ή μια μακαρονάδα με μπόλικο κιμά να ξεχειλίζει; Μια πιατάρα με χοντρό μακαρόνι και κρασάτο κόκορα ή μια μακαρονάδα βουτύρου με πλούσια  κόκκινη σάλτσα;
   Δεν θα απαντήσω ούτε και τώρα, απλά θα αναφερθώ στις μάρκες και στις ετικέτες των περασμένων δεκαετιών, στις διαφημίσεις τους στα περιοδικά και αργότερα στην τηλεόραση, και θα προσπαθήσω να κάνω μια σύντομη αναδρομή γενικά στην ιστορία των ζυμαρικών και ειδικά στην παρουσία τους στον ελλαδικό χώρο. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ
   Η καταγωγή των ζυμαρικών είναι μία πολύπλοκη ιστορία με πολλούς μύθους και αντιφάσεις. Ο ευρύτατα διαδεδομένος θρύλος ότι τα μακαρόνια έφερε στην Ιταλία ο Μάρκο Πόλο με την επιστροφή του από την Άπω Ανατολή τον 13ο αιώνα απορρίπτεται πλέον από τους μελετητές. 
   Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη των ζυμαρικών χρονολογείται γύρω στο 1000 π.χ., στην αρχαία Ελλάδα, όπου η λέξη "λάγανον" περιέγραφε μία φαρδιά πλακωτή ζύμη από νερό και αλεύρι, την οποία έκοβαν σε λωρίδες. Η ζύμη αυτή μεταφέρθηκε και στην Ιταλία από τους πρώτους Έλληνες έποικους γύρω στον 8ο αιώνα π.χ., και μετονομάστηκε σε "laganum" στα λατινικά, τα σημερινά Λαζάνια.
  Το γεγονός πιστοποιείται από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Κικέρων, ο Οράτιος και από τον περίφημο καλοφαγά Απίκιο, ο οποίος στην πρώτη ίσως συμπληρωμένη μαγειρική στην ιστορία περιγράφει αυτοκρατορικά γεύματα με "laganum"
   Η πρώτη όμως χειροπιαστή απόδειξη για την ύπαρξη των ζυμαρικών ανήκει σε ευρήματα που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες του 4ου αιώνα π.χ., σε οικισμό των Ετρούσκων βόρεια της Ρώμης, όπου αναπαριστούνται διάφορα σκεύη για το βράσιμο νερού, μία επιφάνεια για την ανάμιξη νερού με αλεύρι, ένας κυλινδρικός πλάστης και ένα εργαλείο κοπής, παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιείται σήμερα για να κόβουμε τα ζυμαρικά. 
  Τα ζυμαρικά υπήρχαν χωρίς αμφιβολία και στην αρχαία Κίνα, καθώς και στον Αραβικό κόσμο, αφού υπάρχουν γραπτές αναφορές σε μεσαιωνικά κείμενα του Ισλάμ για κάποια ζυμαρικά με την ονομασία "rishta". Aυτό που παραμένει άγνωστο είναι το κατά πόσον αυτά προϋπήρχαν της Ελληνικής εκδοχής. 
  Η πρώτη συγκεκριμένη γραπτή αναφορά σε χυλοπίτες μαγειρεμένες με βράσιμο βρίσκεται στο Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ, είναι γραμμένη στα αραμαϊκά και χρονολογείται στο 5 αιώνα μ.Χ. Οι χυλοπίτες αυτές αναφέρονται ως itriyah. 
   Όταν η Σικελία καταλήφθηκε τον 9ο αιώνα από τους Σαρακηνούς αυτοί μετέφεραν και τις διατροφικές τους συνήθειες οι οποίες περιελάμβαναν και τα ζυμαρικά. Σε κείμενα του 12ου αιώνα γίνεται αναφορά στην παραγωγή ενός είδους σπαγγέτι στο Παλέρμο, με το όνομα "itria", λέξη Περσική που σημαίνει "κορδόνια". Το είδος αυτό παράγεται μέχρι και σήμερα στην Σικελία και αποκαλείται "trii". 
  Η πρώτη συμπληρωμένη συνταγή ζυμαρικών καταγράφεται στα μέσα του 15ου αιώνα στο βιβλίο του μάγειρα Martino da Como και αργότερα συναντάμε τα ζυμαρικά στα κείμενα του Bartolomeo Sacchi, ο οποίος μας λέει ότι τα μακαρόνια πρέπει να βράζονται για όσο διαρκούν τρία "Πάτερ Ημών".
  Αναφορές στα μακαρόνια γίνονται και στα κείμενα του Βοκκάκιου, ο οποίος στο "Δεκαήμερο" περιγράφει μία φανταστική χώρα με βουνά από τριμμένη παρμεζάνα όπου ζει ένας λαός που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να φτιάχνει μακαρόνια και ραβιόλια, αποδεικνύοντας ότι τα μακαρόνια αποτελούσαν πια μέρος της ζωής στην Ιταλία.
  Από τον 15ο αιώνα και μετά τα μακαρόνια αρχίζουν να κατασκευάζονται και σε εμπορική βάση αλλά είναι τον 18ο αιώνα που τα μακαρόνια γνώρισαν την μεγάλη τους άνθηση. Το 1700 υπήρχαν στην Νάπολη κάπου 60 καταστήματα που πουλούσαν ζυμαρικά, τα οποία έφτασαν τα 280 το 1785. 
  Το κλίμα της Νάπολης ήταν ιδανικό για την σωστή αποξήρανση των μακαρονιών τα οποία άπλωναν σε ξύλινες βέργες στον ήλιο να στεγνώσουν σε κάθε γωνιά της πόλης.
   Ο Goethe στο ημερολόγιο του, Ταξίδια στην Ιταλία (από το 1787) ορίζει το μακαρόνι ως «περίτεχνο ζυμάρι, φτιαγμένο με ψιλό σιμιγδάλι, λεπτοδουλεμένο, βρασμένο και κομμένο σε διάφορα σχέδια»
Επίσης περιγράφει απολαυστικά επεισόδια από τη ζωή στη Νάπολη, δίνοντας μία περιγραφή του έργου των μακαρονοποιών που στη γωνιά σχεδόν κάθε δρόμου «δραστήριοι φτιάχνουν μακαρόνια και τα λαδώνουν χρησιμοποιώντας καυτό λάδι σε τηγάνια, ειδικά τις μέρες εκείνες όπου πρέπει να απαρνείσαι το κρέας. Πουλούν τα προϊόντα τους τόσο πετυχημένα που χιλιάδες άνθρωποι κουβαλούν το γεύμα τους σε κομμάτια χαρτιού».  
  Η ανάμιξη της ζύμης τότε γινόταν με τα πόδια, όπως το πάτημα των σταφυλιών, μέχρι που ο Βασιλιάς Φερδινάρδος ο 2ος ανάθεσε στον Cesare Spadaccini να κατασκευάσει τον πρώτο μηχανικό πατητήρι από χαλκό. Σύντομα αρχίζουν να λειτουργούν και τα πρώτα εργοστάσια μακαρονιών.
  Τα μακαρόνια μέχρι τότε συνδυάζονταν κυρίως με πιπέρι και τυρί και τρώγονταν με τα δάκτυλα. Με την εισαγωγή της ντομάτας από τον Νέο Κόσμο αρχίζουν γύρω στο 1800 να εμφανίζονται και οι πρώτες σάλτσες ντομάτας για μακαρόνια, που ήταν κυρίως ντομάτες που βράζονταν με αλάτι και βασιλικό και σύντομα αρχίζει να χρησιμοποιείται το πιρούνι με τα 4 δόντια το οποίο μπορεί να μεταφέρει με λιγότερες απώλειες τα σπαγγέτι από το πιάτο στο στόμα.
    Η όλη διαδικασία παραγωγής των ζυμαρικών αρχίζει περί τα τέλη του 19ου αιώνα να αυτοματοποιείται και να απλώνεται όχι μόνο σε ολόκληρη την Ιταλία αλλά και σε όλο τον κόσμο γενικότερα, και αρχίζουμε πλέον να μιλούμε για την Βιομηχανία Ζυμαρικών.
   Σήμερα, τα ζυμαρικά αποτελούν ένα από τα βασικά διατροφικά προϊόντα πολλών λαών και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γής, άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες απολαμβάνουν τις φημισμένες παραδοσιακές Ιταλικές συνταγές αλλά και χιλιάδες παραλλαγές, προσαρμοσμένες στις ιδιομορφίες και τα γούστα της κάθε χώρας.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΖΥΜΑΡΙΚΩΝ 
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
   Η ιστορία των Ελληνικών Ζυμαρικών ξεκινά από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Εκεί λειτούργησε το 1824 η πρώτη «Φάμπρικα Μακαρονιών» όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούσαν οι Ναυπλιώτες. 
  Μέχρι τότε τα μόνα ζυμαρικά που γνώριζαν οι Ελληνες ήταν αυτά που έφτιαχναν στα σπίτια τους δηλ. οι παραδοσιακές χυλοπίτες και ο τραχανάς. Σύντομα δημιουργήθηκαν και άλλες μικρές βιομηχανίες ζυμαρικών κυρίως από ιδιοκτήτες αλευρόμυλων.
   Η ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας ζυμαρικών είναι συνομήλικη της τεχνολογίας της. Προτού εμφανισθούν στην ελληνική αγορά τα κατά περιόδους σύγχρονα μηχανήματα παραγωγής, η κινητήριος δύναμη του πιεστηρίου, ξύλινου κατά περίπτωση, δεν ήταν άλλη από το γαϊδουράκι ή το άλογο!
   Η επιχείρηση ζυμαρικών Αφοί Χαραλαμπόπουλοι ΑΕ, η αρχαιότερη εν Ελλάδι σήμερα εταιρεία του κλάδου, με τα μακαρόνια «Star», όπως την ξέρουν οι καταναλωτές, πέρασε από όλα τα στάδια της βιομηχανικής επανάστασης, έτσι όπως τα έζησε η ελληνική βιομηχανία από τον περασμένο αιώνα ως σήμερα. 
  Πρωτίστως λειτούργησε ως οικοτεχνία, ακολούθως ως βιοτεχνία και εν συνεχεία μετασχηματίστηκε σε βιομηχανία. Και προτού τα προϊόντα της γίνουν γνωστά με την επωνυμία «Star», οι καταναλωτές στα τέλη του περασμένου αιώνα και στις αρχές του 20ού γνώριζαν τα ζυμαρικά «Βεζούβιος».
* Η πρώτη οικοτεχνία
   Η ιστορική διαδρομή της αρχίζει το 1875 στην περιοχή της Αρκαδίας και συγκεκριμένα στην Τεγέα, όταν ο Β. Χαραλαμπόπουλος δημιούργησε μια οικοτεχνία που παρήγαγε μακαρόνια. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1890, η οικοτεχνία της Τεγέας μεταφέρεται στο Ναύπλιο και μετατρέπεται σε βιοτεχνία από τους Χαρ. Χαραλαμπόπουλο και Θ. Χαραλαμπόπουλο (παππού του σημερινού διευθύνοντος συμβούλου). 
  Τότε στο Ναύπλιο λανσάρεται και η πρώτη μάρκα ζυμαρικών με την επωνυμία «Βεζούβιος» ­ ίσως να είναι και τα πρώτα επώνυμα ζυμαρικά στην ιστορία του κλάδου ­ και η επιχείρηση ονομάζεται «Χαραλαμπόπουλος Μακαρόνια». Και η οικοτεχνία αλλά και η μετέπειτα βιοτεχνία ήταν ιπποκίνητες, δηλαδή το συμπιεστήριο το έθεταν σε κίνηση με γαϊδουράκι ή άλογο.
  Μετά από περίπου 20 χρόνια, το 1909, ο Θ. Χαραλαμπόπουλος φεύγει από το Ναύπλιο και αναζητεί την τύχη του στον Πειραιά, που λόγω του λιμανιού είχε αρχίσει να γνωρίζει βιομηχανική αίγλη. Η νέα βιοτεχνική μακαρονοποιία, που δημιουργήθηκε στην κεντρική αγορά του Πειραιά, στην οδό Μπουμπουλίνας, είναι πλέον δική του. Μέσα στα επόμενα χρόνια το προστατευτικό νομικό πλαίσιο που έχει θεσπισθεί, όπως επισημαίνει ο Αγγ. Αγγελόπουλος στη μελέτη του «Αι Ανώνυμαι Εταιρείαι εν Ελλάδι» (1928), είχε ως αποτέλεσμα η ελληνική βιομηχανία να «εμφανίζει μίαν υπερτροφικήν ανάπτυξιν».
* «Οι δουλειές πάνε καλά»
   Πράγματι η βιοτεχνία παραμένει υποτυπώδης και η ιπποκίνηση αντικαθίσταται από το γκάζι αλλά «οι δουλειές πηγαίνουν καλά», αν και η ξήρανση των ζυμαρικών είναι φυσική ­ γινόταν με τον αέρα και εξαρτιόταν από τις καιρικές συνθήκες! Ετσι λίγο αργότερα ο Θ. Χαραλαμπόπουλος θα αναζητήσει νέο εργοστάσιο σαφώς μεγαλύτερο της βιοτεχνίας της οδού Μπουμπουλίνας.
   Στην ιστορία της επιχείρησης η επόμενη τομή χρονικά συμπίπτει με το κρίσιμο 1922. Τη χρονιά που συντελείται η μεγαλύτερη καταστροφή του Ελληνισμού στον αιώνα μας η μικρή βιοτεχνία «ανδρώνεται» και αποκτά πλέον διαστάσεις βιομηχανίας. 
  Στη λειτουργία του εργοστασίου ­ το οποίο παραμένει στον Πειραιά, αλλά μεταφέρεται στην οδό Αριστείδου ­ ενσωματώνεται νέος, σύγχρονος για την εποχή του, μηχανολογικός εξοπλισμός, γεγονός που επιτρέπει στον χρόνο της ξήρανσης των μακαρονιών να μειωθεί από 10 σε πέντε ημέρες. Επίσης ο όγκος παραγωγής, που ήταν μόλις 200 οκάδες στη μία βάρδια το 1909, έγινε αργότερα 800 οκάδες και το 1922 εκτοξεύθηκε στις 2.500 οκάδες.
  Μετά τον Αύγουστο του 1922, όταν περίπου δύο εκατομμύρια ξεριζωμένοι πρόσφυγες κατακλύζουν τον ελλαδικό χώρο, τα δεδομένα στην ελληνική αγορά και στην οικονομία γενικότερα ανατρέπονται. Φθηνά εργατικά χέρια υπάρχουν άφθονα και πολύ περισσότερα «στόματα που πρέπει να χορτάσουν». Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1924 η αξία της βιομηχανικής παραγωγής ζυμαρικών ανήλθε στα 66.700.000 δρχ. ενώ το 1921 έφθασε στα 40.500.000 δρχ., αυξήθηκε δηλαδή περίπου κατά 60%. Μάλιστα μέσα σε διάστημα μόλις τριών χρόνων η συνολική αξία της βιομηχανικής παραγωγής ειδών διατροφής αυξήθηκε κατά τέσσερις φορές.
  Την ίδια χρονιά, το 1922, αρχίζει να δραστηριοποιείται στην εταιρεία και ο γιος του Θεόδωρου, ο Σαράντος Χαραλαμπόπουλος, και το 1930, όταν ο πατέρας αποσύρεται, οι Ιωάννης και Χαρ. Χαραλαμπόπουλος συμμετέχουν στη διοίκηση της επιχείρησης. Ετσι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος γίνεται διευθύνων σύμβουλος και τα άλλα δύο αδέλφια του καταλαμβάνουν τις θέσεις του τεχνικού και του οικονομικού διευθυντή. 
  Η νέα διοίκηση προχωρεί σε αλλαγή του μηχανολογικού εξοπλισμού και έτσι αλλάζουν ο τρόπος παραγωγής και ο τρόπος ξήρανσης. Η ξήρανση των ζυμαρικών, που αποτελεί κρίσιμο μέγεθος στην εξέλιξη της συγκεκριμένης βιομηχανικής κατηγορίας, από πέντε ημέρες γίνεται σε 8-100 ώρες.
* Η γερμανική επίταξη
   Το 1940 το εργοστάσιο κλείνει λόγω του πολέμου και αρχίζει να επαναλειτουργεί το 1941 αφού έχει επιταχθεί. Στη διάρκεια της Κατοχής συνεχίζει να λειτουργεί και το 1948 καταστρέφεται από πυρκαϊά. Το 1952 μεταφέρεται στην οδό Κέκροπος, λανσάρεται ο λογότυπος «Star» και κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά τα ζυμαρικά διαίτης. 
 Η μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη αναδεικνύει την επιχείρηση σε μία από τις πιο σημαντικές του κλάδου. Ισως είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τις περισσότερες από 40 βιομηχανίες που λειτουργούσαν στον κλάδο αυτή την εποχή ελάχιστες πλέον έχουν απομείνει εν ζωή. Επιβεβαίωση του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει αποτελεί το γεγονός ότι ο Σαρ. Χαραλαμπόπουλος από το 1961 ως και το 1965 είναι πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Βιομηχάνων Ζυμαρικών. 
   Η μετέπειτα εξέλιξη της εταιρίας είναι πραγματικά εντυπωσιακή, αλλά μάλλον θα πρέπει να σταματήσουμε σ' αυτήν την χρονική περίοδο.
http://kokiniklwstidemeni.blogspot.com
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΙΚΙΖΑ
   Η οικογένεια Κίκιζα, ξεκίνησε την εμπορική της ιστορία από το Ελαιοχώριο Αρκαδίας, όπου ο Αλέξανδρος Κίκιζας, ένα από τα 12 παιδιά του Γιώργου και της Κανέλλας γεννιέται το 1913. Το 1920 οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του ανοίγουν ένα κατάστημα με «εδώδιμα – αποικιακά» δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού τους. Το κατάστημα πηγαίνει πολύ καλά και σύντομα αποφασίζουν να επεκτείνουν την δουλειά τους .
   Το 1925 ο μεγαλύτερος από τα αδέλφια Αθανάσιος φεύγει για την Αθήνα και ανοίγει κατάστημα τροφίμων στην οδό Λένορμαν και Παλαμηδίου στο Μεταξουργείο. Ένα-ένα αρχίζουν να έρχονται στην Αθήνα τ΄αδέλφια. Το 1931 ανεβαίνει και ο Αλέξανδρος. Εγκαθίστανται στην οδό Παλαμηδίου σ΄ένα νεοκλασσικό σπίτι της περιοχής και σύντομα όλη η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα. 
   Το κατάστημα πολύ γρήγορα μεγαλώνει και καθώς όλα τα αδέλφια αγόρια και κορίτσια ασχολούνται με αυτό, προοδεύει εντυπωσιακά. Απασχολεί πάνω από 35 υπαλλήλους έχει 2 ταμεία (με τις πρώτες ταμειακές μηχανές της εποχής). Οι Αθηναίοι ξέρουν ότι «στου Κίκιζα» μπορείς να βρεις ό,τι επιθυμήσεις. Η φήμη του είναι τόσο μεγάλη που δίνει το όνομά του στη γειτονιά. «Η γειτονιά του Κίκιζα» έγινε στη δεκαετία του 60 και τραγούδι από τον Γιώργο Ζαμπέτα.
  Η επιχείρηση προχωράει επιτυχώς και η οικογένεια Κίκιζα είναι γνωστή στην Αθήνα για το επιχειρηματικό της δαιμόνιο, αλλά και για την εργατικότητα και τιμιότητα με την οποία συναλλάσσεται. Μεταξύ άλλων δημιουργούν ποτοποιία και κυλινδρόμυλο.
  Τότε ξεκίνησε και η πρώτη τους σχέση με την μακαρονοποιϊα. Αναθέτουν στο μακαρονοποιείο «Δήμητρα» να φτιάξει ζυμαρικά με την φίρμα τους. Το 1938 συνεταιρίζονται με τη «Δήμητρα» και ο νεαρός Αλέξανδρος αναλαμβάνει την διεύθυνση του μακαρονοποιείου. Στη διάρκεια της Κατοχής το κατάστημα υπολειτουργεί. Μετά τον πόλεμο τα αδέλφια αποφασίζουν να χωρίσουν τις δραστηριότητές τους. Ο Αθανάσιος ανέλαβε τον Κυλινδρόμυλο και το χονδρεμπόριο τροφίμων, ο Δημήτριος το κατάστημα και το ποτοποιείο.
   Το 1947 ο Αλέξανδρος με τον αδελφό του Γρηγόρη ιδρύουν μια μονάδα παραγωγής μακαρονιών στην Λεωφ. Κηφισού στην Αθήνα με την επωνυμία «ΒΕΖΑΚ» (Βιομηχανία Εκλεκτών Ζυμαρικών Αδελφών Κίκιζα). Τότε λειτουργούσαν στην Ελλάδα 120 εργοστάσια Ζυμαρικών τοπικής εμβέλειας. Απ΄αυτά το 1/3 περίπου βρισκόταν στην Αττική. Η ετήσια παραγωγή ολοκλήρου του κλάδου των ζυμαρικών κυμαίνεται γύρω στους 35.000 τόνους.
  Το 1954 ο Γρηγόρης Κίκιζας αποχωρεί και η εταιρεία περνάει ολοκληρωτικά στα χέρια του Αλέξανδρου, που της δίνει την επωνυμία «ΜΕΛΙΣΣΑ», το σύμβολο της εργατικότητας. 
  Το 1956 αρχίζει ο εκσυγχρονισμός της εταιρείας αγοράζεται η πρώτη αυτόματη πρέσα και το 1959 η νέα υπερσύγχρονη αυτόματη γραμμή παραγωγής και ξήρανσης ζυμαρικών. Εργοστάσια Ζυμαρικών έχουν μείνει πλέον τριάντα. Η ανοδική πορεία της εταιρείας ενθαρρύνει τον Αλέξανδρο Κίκιζα να εγκαταστήσει και νέες γραμμές παραγωγής. Ηδη η ετήσια παραγωγή έχει φθάσει στους 6.000 τόνους και η ΜΕΛΙΣΣΑ κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες φίρμες ζυμαρικών. 
   Το 1965 ο Αλέξανδρος Κίκιζας πεθαίνει και την Γεν. Διεύθυνση αναλαμβάνει η σύζυγός του Κωνσταντίνα Κίκιζα. Η Μέλισσα συνεχίζει να επενδύει σε καινούργια μηχανήματα παραγωγής και συσκευασίας αλλά και σε κτιριακές εγκαταστάσεις. 
  Το 1972 εξάγει τους πρώτους 32 τόνους στην Αμερική. Το 1973 ιδρύεται νέος Κυλινδρόμυλος άλεσης σκληρού σίτου στη Λάρισα που παράγει σιμιγδάλι ειδικά για το εργοστάσιο ζυμαρικών. 
  Το 1975 αναλαμβάνει την επιχείρηση ο Γεώργιος Κίκιζας, γιός του Αλεξάνδρου και της Κωνσταντίνας. Η εταιρεία έχει σταθεροποιηθεί στις πρώτες θέσεις του κλάδου, ο οποίος αριθμεί τώρα πλέον 12 εταιρίες. Το 1977 η Μέλισσα εξαγοράζει την Θεσσαλική μακαρονοποιϊα Ντεβέτα και η ετήσια παραγωγή της ξεπερνά τους 8.000 τόνους, ενώ οργανώνεται ένα πανελλαδικό δίκτυο πωλήσεων.
Οι τελευταίες και σημαντικές εξελίξεις της εταιρείας, νομίζω ότι ξεφεύγουν από τα χρονικά όρια που έχουμε θέσει και έτσι μάλλον πρέπει να σταματήσουμε την αναδρομή κάπου εδώ.
http://www.melissa.gr
Στον Ωρωπό καλέ την περνάμε φίνα
Πιο καλά απ'την Αθήνα
Τρίτη, Πέμπτη, μακαρόνια
Κι ο μάγκας βγάζει χρόνια
Και την Κυριακή μας δίνουν κρέας
Μέλισσα
     Το όνομα "Μέλισσα" δόθηκε από τον Αλέξανδρο Κίκιζα το 1947, εμπνευσμένος από το πιο εργατικό και περήφανο έντομο.
  Από τότε, η Μέλισσα, αγαπήθηκε από το καταναλωτικό κοινό, για την υψηλή και πάντα σταθερή ποιότητα των ζυμαρικών της, τη συσκευασία της, τις καλές τιμές, τις προσφορές, την μεγάλη της γκάμα , τις διαφημίσεις της, το σλόγκαν των απανταχού μακαρονάδων, καθώς και για την συνεχή εξέλιξη της μάρκας και διείσδυση σε νεες κατηγορίες.
Συσκευασία
   Η πρώτη συσκευασία ζυμαρικών είναι κυλινδρική και τη διακοσμεί μια …μέλισσα. Με την πάροδο των χρόνων και την εξέλιξη της τεχνολογίας, η συσκευασία της Μέλισσα φτιάχνεται από χαρτί, για να αντικατασταθεί αργότερα από το γνωστό σελοφάν των ζυμαρικών. 
  Οι δεκαετίες αφήνουν και διαφορετικά εικαστικά των συσκευασιών -με πιο χαρακτηριστική ίσως “τα μαγειράκια”-, με το ίδιο πάντα λογότυπο σε κόκκινο φόντο με άσπρα γράμματα
  Τελικά τα χρώματα που χαρακτηρίζουν τα πακέτα ζυμαρικών είναι το μπλε και το κίτρινο. Εδώ και μια δεκαετία, κάθε πακέτο Μέλισσα είναι προσεκτικά κλεισμένο, έτσι ώστε να μην επιτρέπει επαφή με εξωγενή στοιχεία, έχει αυτοκόλλητο για εύκολο άνοιγμα και αποθήκευση, καθώς και δοσομετρητή.
Διαφημίσεις
    Οι πρώτες τηλεοπτικές διαφημίσεις της Μέλισσα ξεκινούν από τα τέλη της δεκαετίας του 70 με πιο χαρακτηριστικά σλόγκαν “Διαλέξτε Υγεία και Νοστιμιά, Διαλέξτε Μέλισσα”, “Το πρόβλημα του φαγητού, το έλυσα με Μέλισσα”.
  
  Το 1990 όμως δημιουργείται το σλόγκαν που καθιέρωσε την μάρκα, αγαπήθηκε πολύ από το καταναλωτικό κοινό και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Ποιος Έλληνας δεν έχει πει, αστειευθεί ή απλά χαμογελάσει στο άκουσμα της φράσης: "Είμαι Μακαρονάς! Τι να κάνουμε "; Το διαχρονικό διαφημιστικό, “έγραψε” στις καρδιές των Ελλήνων, δημιουργώντας φανατικούς μακαρονάδες! 
  Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, συναντάμε άλλες διαφημιστικές καμπάνιες της μάρκας “Ζυμαρικά από καλή πάστα”, “Η μακαρονάδα των μακαρονάδων”, για να καταλήξουμε ξανά το 2005 στην επαναφορά του σύγχρονου Μακαρονά. Χρόνο με τον χρόνο ο μακαρονάς αλλάζει μορφή, στυλ, ηλικία- “ντύνεται γαμπρός”, πατέρας, μοντέλο σε επίδειξη μόδας, παιδί- έχοντας πάντα σαν κοινό παρανομαστή την λατρεία του για μια λαχταριστή μακαρονάδα Μέλισσα!
Άριστη ποιότητα
   Οι συνεχείς επενδύσεις σε νεες τεχνολογίες και στα πιο εξελιγμένα μηχανήματα, οι αυστηροί έλεγχοι και το σιτάρι του Θεσσαλικού κάμπου ως πρώτη ύλη, συντελούν στην επιτυχία της άριστης ποιότητας των ζυμαρικών Μέλισσα.
Διανομή & Γκάμα
  Τα ζυμαρικά Μέλισσα μπορείτε να τα βρείτε σε κάθε γωνιά της Ελλάδος από μεγάλα υπέρ-σούπερ μάρκετ μέχρι μικρά μπακάλικα σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Η γκάμα είναι μεγάλη και προσφέρει στον καταναλωτή πολλές επιλογές.
  Μακριά μακαρόνια, πάστες χονδρές, πάστες ψιλές ιδανικές για σούπες και φυσικά το αγαπημένο κριθαράκι Μέλισσα για γιουβέτσι, κανελλόνια, χυλοπίτες, φιδές, ταλιατέλλες, σιτάρι, σιμιγδάλι για τα γλυκά, και πολλά ακόμη είδη! 
http://www.melissa.gr
Θα βάλω την καρό ποδιά να φτιάξω μακαρόνια
και με δουλειές του σπιτικού θα φεύγουνε τα χρόνια
και θα με παίρνουνε μαζί σε άλλη γη και τόπους
όπου δεν έχουνε λαό αλλά μονάχα ανθρώπους
δεν έχουνε κυβέρνηση ούτε και παρατάξεις
και βλέπεις φάτσες γελαστές όπου και να κοιτάξεις
αχ μη με ρωτήσετε αν έχουνε πατρίδα
εγώ σας λέω μόνο αυτά που απ' τη κουζίνα είδα
και πόνεσα σαν σκέφτηκα τη χάλια μας Ελλάδα
και ήρθε και μου έγινε τέλεια η μακαρονάδα.
STELLA
       Η ιστορία της ξεκινά το 1957, όταν οι αδερφοί Πανουτσόπουλοι δημιουργούν μια παραδοσιακή βιοτεχνία ζυμαρικών, έχοντας σαν κύριο μέλημά τους την παρασκευή νόστιμων ζυμαρικών από ποιοτικά υλικά. 
  Πολλοί Έλληνες ταυτίζονται με τον συμπαθητικό φούρναρη και το γνωστό slogan "40 χρόνια φούρναρης…έχω ψήσει!", γίνεται συνώνυμο με την μάρκα και σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή, αλλά και μια επιτυχημένη πορεία μέσα στο χρόνο. 
  Γιατί "όσα χρόνια και αν περάσουν, η γεύση και η παράδοση έχουν πάντα το ίδιο όνομα: Στέλλα Κύριοι! Σας μιλάω εκ πείρας…".
  Η μεγάλη επιτυχία των προϊόντων Stella, οφείλεται στον αρμονικό συνδυασμό των αγνών πατροπαράδοτων συνταγών, που χρόνια τώρα χρησιμοποιεί, και των πιο σύγχρονων τεχνολογικών μεθόδων στον τομέα της παραγωγής.
   Σήμερα, η Stella καταφέρνει να «ζυμώνει» την παράδοση με την εξέλιξη και να μας χαρίζει εκλεκτά ζυμαρικά, ιδανικά για τις παραδοσιακές συνταγές φούρνου που περνάνε «ζεστές» από γενιά σε γενιά. Τα μακαρόνια, οι πάστες, ο φιδές και το σιμιγδάλι Στέλλα, είναι τα υλικά της επιτυχίας για τις καθημερινές αλλά και τις γιορτινές μας συνταγές. Το παστίτσιο και το γιουβέτσι της γιαγιάς, περνάει στις επόμενες γενιές και θα μας ενώνει πάντα γύρω από ένα κυριακάτικο τραπέζι!
 ABEZ
     Η ΑΒΕΖ έχει ιστορία 125 ετών και πολίτικες ρίζες. Στην Κωνσταντινούπολη, τη δεκαετία του 1880, ο υποδηματοποιός Κ. Μήκας σέρβιρε μακαρόνια στους πελάτες του μαγαζιού του, όσο αυτοί περίμεναν να τους φτιάξει τα παπούτσια! 
    Γρήγορα οι μακαρονάδες πήραν… το προβάδισμα και το τσαγκαράδικο μετατράπηκε σε μακαρονοποιείο.
  Το 1926, η βιομηχανία μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και έκτοτε η μάρκα κυριαρχεί στην αγορά της Βόρειας Ελλάδας.
   Τα αγαπημένα ζυμαρικά των Θεσσαλονικιών, μπορείτε να τα βρείτε σε μεγάλη ποικιλία μακαρονιών, ψιλών και χονδρών παστών, μακεδονικών χυλοπιτών, ταλιατέλλων και φιδέ.
Μια διαφήμιση
Σήμερα τα μακαρόνια είναι "KORONA"
Μακαρόνια "Ήλιος"
Ακάκιε, και μην ξεχάσεις… το πρώτο σκίτσο σου ήταν του Κουμετάκη!
     Το κείμενο για τον Κουμετάκη όπως και η συνέντευξη της κόρης του Αγγελικής στον Soloup, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γαλέρα» #35 τον Αύγουστο του 2008.
    Την διαφήμιση με τον Ακάκιο, την θυμάστε; Τον μοναχό με το γαιδουράκι που φεύγει για τα ψώνια του μοναστηριού; Κι έναν άλλο στην πύλη να του θυμίζει …«τα μακαρόνια να είναι Μίσκο!» Τεράστια επιτυχία. 
  Και εξ’ ίσου μεγάλη ιστορία, όχι μόνο της διαφήμισης αλλά και του σκίτσου της. Δημιουργός της ένας μεγάλος σκιτσογράφος του μεσοπολέμου, ο Ηλίας Κουμετάκης, όπου σε ένα από τα πρώιμα διαφημιστικά του σχέδια, στήνει την περίφημη εικόνα έξω από το μοναστήρι. 
    Το σχέδιο υπογράφεται από τον ίδιο με χρονολογία 1915. Όμως αρχικά, στη λεζάντα της διαφήμισης δεν ήταν ο Ακάκιος αλλά ο…Ονούφριος! Σύμφωνα μάλιστα με την «ιστορία του Ελληνικού τσιγάρου» (Ε.Λ.Ι.Α, 1998) αλλά και μ’ ένα αφιέρωμα του Άρη Μαλανδράκη (για τις ελληνικές διαφημίσεις στο «Ε» της «Ελευθεροτυπίας» που βρήκα στο αρχείο μου), η ακριβής ατάκα ήταν «και μην ξεχάσεις Ονούφριε, τα σιγάρα να είναι Γιαννουκάκη»! Πως όμως από τα …σιγάρα και τον Ονούφριο, περάσαμε στα ζυμαρικά; 
    Η διαφήμιση για τα γνωστά μακαρόνια στήθηκε αρκετά αργότερα, γύρω στο ’30. Και στην αρχή, μάλλον εν αγνοία του δημιουργού της. Στη συνέχεια φαίνεται όμως, πως υπήρχε επικοινωνία με τον σκιτσογράφο και άρα, η πατρότητα του σκίτσου και της ιδέας ήταν γνωστά στην εταιρία. Πραγματικό ντοκουμέντο, η ιδιόχειρη σημείωση του Κουμετάκη πάνω στην εικόνα της διαφήμισης: «Κακότεχνη αντιγραφή του σκίτσου μου για τα σιγαρέτα Γιαννουκάκη ». Και μάλιστα γραμμένη σε δελτάριο της εταιρίας που του είχε αποσταλεί -όπως διαβάζουμε- στο σπίτι όπου έμενε περίπου μέχρι το 1970, στην Καλλιθέα. 
   Παρ’ όλα αυτά κι ενώ κάποια στιγμή υπήρξε επαφή με τους τότε ιδιοκτήτες της εταιρίας, ο Κουμετάκης ουδέποτε διεκδίκησε κάτι παραπάνω. Που τότε καιροί για συζητήσεις και… κλόπιράιτ! Αυτό σήμερα, δεν πρέπει να δικαιολογεί την λήθη στο δημιούργημα ενός τόσο σημαντικού σκιτσογράφου. 
    Στο βιβλίο «ο σκιτσογράφος Ηλίας Κουμετάκης» («Άγρα»/ Ε.Λ.Ι.Α.,1998), οι γελοιογραφίες στις οποίες αναφερόμαστε, υπάρχουν. 
  Όπως υπάρχει και μια σχετική εισαγωγική αναφορά στη διαφήμιση, ενός άλλου μεγάλου γελοιογράφου, του Αρχέλαου.Τι να πεις όμως όταν η λήθη κόβει βόλτες με την ξαδέλφη της την παραποίηση; Γιατί στις μέρες μας με τις τρελές ταχύτητες στις συνδέσεις, φαίνεται ότι το «χαλασμένο τηλέφωνο», έχει δώσει πλέον τη θέση του στο … «χαλασμένο ιντερνέρι». 
 Γκουγκλάροντας πάνω στο «Κουμετάκης» και στο «Ακάκιος», ουδεμία σύνδεση θα βρείτε. Αντίθετα αλλού μπορείτε να διαβάσετε για την …έμπνευση του τότε ιδιοκτήτη της εταιρίας όταν επισκέφθηκε ο ίδιος ένα μοναστήρι των Μετεώρων γύρω στο ‘50, ή ακόμα ότι υπήρξε πράγματι ο μοναχός Ακάκιος σε κάποιο μοναστήρι του Αγίου Όρους.! Και ακόμα παραπέρα, ότι κάποιος ανιψιός του Ακάκιου, επίσης Ακάκιος, μονάζει σήμερα κάπου στην Παιανία και είναι 75 ετών! 
    Ακατανόητη είναι επίσης και η επετειακή έκδοση για τα 80 χρόνια της ΜΙΣΚΟ στην οποία, ενώ υπάρχει ευρύτατη αναφορά στο σκίτσο της διαφήμισης, απουσιάζει εντελώς οποιαδήποτε αναφορά στον αρχικό εμπνευστή της.
   Φτάνοντας μάλιστα ν’ αντιστρέφει και τις …σκιτσαρισμένες εντυπώσεις μας, αναφέροντας ότι «η επιτυχία του Ακάκιου…γρήγορα έγινε πηγή έμπνευσης για τους σκιτσογράφους της εποχής…»! Ακατανόητη και άδικη, γιατί μια τέτοια δημιουργική καταγωγή, μόνο να προσθέσει θα μπορούσε στον μύθο της διαφήμισης και τίποτα άλλο.
   Με αφορμή την ιστορία του «Ακάκιου» συναντηθήκαμε με την Αγγελική Κουμετάκη- Παπαδοπούλου, την κόρη του σκιτσογράφου, στα γραφεία του Ε.Λ.Ι.Α. στην Πλάκα. 
  Εκεί βρίσκονται σήμερα και τα περισσότερα από τα σωζόμενα σχέδια του σκιτσογράφου και η κουβέντα μας έγινε αγκαλιά με έναν …τεράστιο τόμο. Μια πραγματική κιβωτό όπου το αυθεντικό υλικό των σκίτσων και των προσχεδίων της, το είχε επιμεληθεί ο ίδιος ο δημιουργός τους.
- Κυρία Κουμετάκη, πείτε μας τι μνήμες έχετε απ’ αυτό το σκίτσο;
- Την ιστορία του ΜΙΣΚΟ και του Ακάκιου την έχω κατευθείαν από το σπίτι μου. Από τις διηγήσεις του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ο πατέρας μου είχε φυλάξει πάρα πολλά από τα σκίτσα του σε εφημερίδες, σε περιοδικά και από αλλού. Τις διαφημίσεις τις είχε μόνο σε σχέδιο. Είχε κάνει πάρα πολλές διαφημίσεις στον «Γιαννουκάκη -Πρωτόπαπα». Και υπάρχουν όλες στο βιβλίο που τις είχε κολλήσει σε προσχέδια. 
  Την ιστορία του Ακάκιου εκτός από την οικογένεια, την άκουσα και από τον Πατρίκιο, τον παλιό δημοσιογράφο και διευθυντή- αν δεν κάνω λάθος- της «Ελευθερίας», και από άλλους. Ο ίδιος ο Κουμετάκης αποδέχτηκε σιωπηρά την χρησιμοποίησή της σε δεύτερη φάση από τον ΜΙΣΚΟ τον οποίο δεν τον ρώτησε γι αυτό.
-Η πρωτότυπη γελοιογραφία πότε περίπου έγινε;
Κ—Είναι του ‘15. (Ο Κουμετάκης) μάλιστα, είχε περάσει δυο φάσεις σκίτσου. Στην πρώτη εποχή, ήταν επηρεασμένος από την Γαλλική γελοιογραφία. Έχω βρει κι ένα σωρό γαλλικά περιοδικά που ασφαλώς συνέβαλαν κάπως στην γραμμή του, και αυτό κράτησε μέχρι περίπου το 1920, 1922. Από ένα σημείο και ύστερα, γίνεται πιο «Ρωμιός». Κάνει τους ανθρώπους λιγότερο κομψούς, πιο καθημερινούς… Οπότε, η γελοιογραφία του ΜΙΣΚΟ ανήκει ουσιαστικά στην πρώτη γενιά, του ’15. Σ’ αυτήν την γραμμή.
—Η πρωτότυπη ατάκα, πως ήταν; Έχω διαβάσει ότι αρχικά ο μοναχός δεν λεγόταν Ακάκιος. Ήταν ο…Ονούφριος;
Κ—Νομίζω! «Ονούφριε, τα τσιγάρα να είναι Γιαννουκάκη». Αυτό μπήκε και στο λεύκωμα του «σκιτσογράφου Κουμετάκη» που έβγαλε το ΕΛΙΑ με τον Σταύρο Πετσόπουλο της «Άγρας». Και υπάρχει υποσημείωση η οποία βέβαια αγνοήθηκε. Από κει και πέρα πειστήριο για την ιστορία είναι αυτό το χαρτί που έστειλε η ΜΙΣΚΟ, το οποίο αυτό θα είναι πριν το ’70, όσο καιρό ζούσε ακόμα στην Καλλιθέα. Και όταν πήγε (σε άλλο σπίτι στη) Φερών, τον επισκέφτηκε ο τότε ιδιοκτήτης της ΜΙΣΚΟ φέρνοντάς του μάλιστα ένα κιβώτιο …μακαρόνια! Αυτό δεν έγινε τυχαία. Τον πήρε ένας φίλος του μπαμπά, δικηγόρος, και του είπε, ξέρετε η διαφήμισή σας ήταν έργο του Κουμετάκη. Αυτός, πήγε στο σπίτι του στη Φερών με ένα κιβώτιο μακαρόνια, τον φίλησε και τον κάλεσε σε μία κρουαζιέρα…
–Αυτό πότε περίπου έγινε;
–Το ..’72, κάπου εκεί. Τώρα βγήκε και το βιβλίο (της ΜΙΣΚΟ) και είχε καλή υποδοχή από τον τύπο. Έγραψαν δυο –τρεις εφημερίδες με πολύ κέφι για το βιβλίο και την διαφήμιση η οποία θεωρείται η πιο μακροχρόνια.
—Δημοφιλής, επιτυχημένη…
Κ—Ακριβώς.. Έχει γίνει σλόγκαν.
—Κι έχει καταγραφεί σε γελοιογραφίες ,σε κείμενα…
—Ναι! Την έχω δει σε πάρα πολλές γελοιογραφίες σχετικά με άλλα πράγματα, αλλά τελικά καμία εφημερίδα δεν ανέφερε , ακόμα κι εκεί που ξέρανε, για τον πρώτο σκιτσογράφο.
—Ξέρετε, ψάχνοντας στο internet δεν βρήκα καμία αναφορά σύνδεση του Κουμετάκη με τον Ακάκιο.
Κ—Στο βιβλίο της ΜΙΣΚΟ δεν υπάρχει. Στο βιβλίο του Κουμετάκη, υπάρχει. Γι αυτό κι εγώ ενοχλήθηκα. Δεν θα έβλαπτε για μένα την ΜΙΣΚΟ να αναφερόταν. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν απολύτως (οικονομικό) ενδιαφέρον. Αυτό θα ήταν φαιδρό, θα ήταν παράλογο.
–Μάλιστα βρήκα αναφορές ότι υπήρχε ο πράγματι ο Ακάκιος. Διάβασα ακόμα ότι ζει ακόμα ένας ανιψιός του συνονόματος, επίσης μοναχός…
—Αυτά είναι παραμύθια. Γιατί από το ’15 που έκανε τη γελοιογραφία μέχρι τώρα πάει πάρα πολύ μακριά για να βρούμε τον Ακάκιο. Βεβαίως μπορεί να υπάρχουν πολλοί Ακάκιοι και πολλοί μοναχοί.
Η Πινακοθηκη των Μακαρονιών
http://blog.cartoonists.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.