Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Ο Όλιβερ Τουίστ και η Πολυάννα κάνουν το γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες !

Τα παιδικά Αγκύρας
   Όταν η αντηλιά μου βάραινε τα βλέφαρα και τα μέλη μου κόβονταν σα να 'χα πιει γλυκό κρασί, πήγαινα στον αχυρώνα όπου έβρισκα τη σιωπή τη γιομάτη σκιά και μυρουδιά σανού. 
   Πρόσωπα και ταξίδια γέμιζαν τη μοναξιά μου εκεί, χρώματα σε κορδέλες που ανέμιζαν, θάλασσες πορτοκαλιές, ο Γκιούλιβερ στη χώρα των Χλιμιντρήδων, ο Οδυσσέας στο νησί της Καλυψώς και της Κίρκης.
   Ήτανε κακιά γυναίκα η Κίρκη, άλλαζε τους ανθρώπους σε γουρούνια. Όμως είχε τη δύναμη να το κάνει. Θα ΄χα και εγώ άραγε, αργότερα, μια κάποια δύναμη; Όχι βέβαια για ν' αλλάζω τους ανθρώπους σε γουρούνια, αλλά έτσι...
   Το κορμί μου βαθούλωνε πιο βαθιά μέσα στ' άχυρο, το κεφάλι μου έγερνε προς τα κάτω, μ' έπαιρνε ένας λιγόλεπτος ύπνος που δεν τον μολογούσα σε κανέναν. Ήταν γλυκός και στο ξύπνημα σα να γύριζα από άλλους κόσμους.


   Αλλά ο κάμπος γελούσε, και τα σταφύλια κρέμονταν από την κληματαριά ώριμα, και το χέρι μου πήγαινε να τα κόψει, το στόμα μου να τα γευτεί, κι έλεγα μέσα μου ότι απ' όλους τους κόσμους, απ' όλα τ' αστέρια που είναι κόσμοι, ίσως η γη να 'ταν η ωραιότερη.
"Τα ψάθινα καπέλα" Μαργαρίτα Λυμπεράκη
   Και του Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπουξ το πάθος ήταν τα βιβλία.
   Όποιος δεν ξενύχτησε με κοκκινισμένα αυτιά κι ανάκατα μαλλιά, πεσμένος με τα μούτρα σ' ένα βιβλίο και δε διάβασε ξεχνώντας τον κόσμο γύρω του και μη νιώθοντας την πείνα και το κρύο-

Όποιος δεν έχει διαβάσει κρυφά με το φως του κλεφτοφάναρου κάτω από τα σκεπάσματα του, επειδή ο πατέρας ή η μητέρα του ή κάποιο άλλο καλοπροαίρετο πρόσωπο του 'σβηνε το φως, με την αιτιολογία ότι είναι πια ώρα για ύπνο και ότι το πρωί πρέπει να σηκωθεί νωρίς-
    Όποιος δεν έχει χύσει δάκρυα πικρά, ούτε κρυφά ούτε φανερά, επειδή η θαυμαστή ιστορία του τελείωσε κι ήρθε η ώρα ν' αποχωριστεί τα πρόσωπα που τ' αγάπησε και τα θαύμασε, πρόσωπα που γι' αυτά ανησύχησε και έθρεψε ελπίδες και τώρα χωρίς τη συντροφιά τους, η ζωή φαίνεται αδειανή και χωρίς νόημα-
   Όποιος δε γνώρισε τίποτε απ' όλα αυτά από προσωπική του πείρα, ε... αυτός είναι πολύ πιθανό να μην κατανοήσει αυτό που έκανε ο Μπάστιαν
"Ιστορία χωρίς τέλος" Μίχαελ Έντε 
Κατά κάποιο περίεργο τρόπο, το να διαβάζεις ένα βιβλίο 
ποτέ δεν σε κάνει να αισθάνεσαι ότι στέκεσαι ακίνητος.
Jef Mallett, 1962-, 
Αμερικανός συγγραφέας κόμικς

  Ο Μπάστιαν κοίταξε το βιβλίο.
  -Ήθελα να ξέρω, ψιθύρισε μόνος του, τι να συμβαίνει άραγε μέσα σ' ένα βιβλίο, όσο είναι ακόμα κλειστό. Φυσικά στις σελίδες του επάνω έχει μόνο γράμματα, που είναι τυπωμένα στο χαρτί. 
  Παρόλα αυτά στο βιβλίο κάτι πρέπει να συμβαίνει. Γιατί όταν το ανοίξεις, έχεις ξαφνικά μπροστά σου μια ολόκληρη ιστορία. Υπάρχουν πρόσωπα που δεν τα έχεις γνωρίσει ακόμα, διάφορες περιπέτειες, γεγονότα και μάχες ή καμιά φορά θύελλες και τρικυμίες ή ταξίδια σε ξένες χώρες.
Τα παιδικά Αστέρος
  Όλα αυτά βρίσκονται οπωσδήποτε μέσα στο βιβλίο. Αλλά, φυσικά, είσαι υποχρεωμένος να τα διαβάσεις για να μπορέσεις να τα ζήσεις. Το περίεργο όμως είναι ότι και πριν τα διαβάσεις όλα αυτά βρίσκονται κιόλας μες το βιβλίο. Ήθελα να ξέρω πώς έχουν μπει; Και ξαφνικά τον κυρίεψε μια χαρούμενη διάθεση.
   Βολεύτηκε, λοιπόν, στα στρωσίδια του, πήρε το βιβλίο στα χέρια του, άνοιξε την πρώτη σελίδα και άρχισε να διαβάζει την 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ
"Ιστορία χωρίς τέλος" Μίχαελ Έντε
Τα παιδικά του Πεχλιβανίδη
    Η Φράνση έσφιξε στην αμασχάλη της τα βιβλία κι έτρεξε στο σπίτι της κατανικώντας τον πειρασμό να καθήσει στο πρώτο κατώφλι που σκόνταψε και ν' αρχίσει να διαβάζει.
     Έφτασε τέλος στο σπίτι και τώρα ήταν η ώρα που θα καθόταν στη σκαλίτσα της πυρκαγιάς. Έστρωσε ένα χαλάκι στο απάνω-απάνω σκαλοπατάκι της σκαλίτσας. Ύστερα πήρε το μαξιλάρι του κρεβατιού της και το στερέωσε πάνω στις σιδερένιες βέργες.
    Ευτυχώς το ψυγείο είχε πάγο. Πήρε ένα κομματάκι και το έβαλε μέσα σ' ένα ποτήρι με νερό. Τις άσπρες και τριανταφυλλιές παστίλλιες της μέντας που είχε αγοράσει το πρωί τις είχε βάλει σε τάξη σ' ένα κεσεδάκι, ραγισμένο μα με όμορφο γαλάζιο χρώμα. 

Βόλεψε ποτήρι, κεσεδάκι και βιβλίο στο περβάζι του παραθύρου και σκαρφάλωσε απ' έξω στη σκαλωσιά. Μόλις βρέθηκε εκεί, ήταν σαν να ζούσε πάνω σ' ένα δέντρο. Κανένας, ούτε από πάνω ούτε από κάτω, ούτε απ' αντίκρυ στο δρόμο, δε μπορούσε να τη δει. Αυτή όμως μπορούσε να κοιτάζει ανάμεσα στα φύλλα και να τα βλέπει όλα. 
 Ήταν ένα ηλιοφώτιστο δειλινό. Ένα τεμπέλικο ζεστό αεράκι έφερνε μια χλιαρή θαλασσινή ευωδιά. Τα φύλλα του δέντρου σχημάτιζαν φευγαλέα σχέδια πάνω στην άσπρη μαξιλαροθήκη. Στην αυλή δεν ήταν ψυχή κι αυτό ήταν πολύ όμορφο.
Η βιβλιοθήκη του Κωστάκη
    Η Φράνση ανάσανε το θερμό αέρα, παρακολουθούσε τις χορευτικές σκηνές των φύλλων, έφαγε τα ζαχαρωτά και ρουφούσε μικρές γουλιές παγωμένο νερό χωρίς να σταματάει το διάβασμά της.
"Ας ήμουν βασιλιάς, αχ αγάπη μου
αν ήμουν βασιλιάς..."


Η ιστορία του Φρανσουά Βιγιόν, της φαινόταν όλο και πιο θαυμαστή κάθε φορά που τη διάβαζε. Φορές- φορές αγωνιούσε απ' το φόβο μήπως το βιβλίο χανόταν στη βιβλιοθήκη και δεν είχε ποτέ πια τη δυνατότητα να το ξαναδιαβάσει.


    Όση ώρα η Φράνση διάβαζε, μ' ένα αίσθημα ειρήνης για όλο τον κόσμο, και ευτυχισμένη, όπως μόνο ένα κοριτσάκι μπορούσε να είναι μ' ένα κεσεδάκι ζαχαρωτά, και ολομόναχο στο σπίτι, οι σκιές των φύλλων έγερναν και το δειλινό έφευγε.
    Κατά τις τέσσερις τα διαμερίσματα των νοικαρέων απέναντι στην αυλή ζωντάνεψαν. Ανάμεσα απ' τα φύλλα, κοίταξε μέσα απ' τα γυμνά από κουρτίνες παράθυρα κι έβλεπε τις μεγάλες κανάτες να βγαίνουν απ' τα σπίτια και να ξαναγυρίζουν ξέχειλες από δροσερή μπύρα με πολύ άσπρο αφρό.
"Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν"
Μπέττυ Σμιθ
  Ὁ Ἀντώνης κύταζε ὅλους, ἕναν− ἕναν, ἀκατάδεχτα γιατὶ ντρέπουνταν. Τόσο ἀκατάδεχτα, ποὺ σὰν ἀντάμωσε ὁ Μανώλης τὸ βλέμμα του, ντράπηκε καὶ τρύπωσε κάτω ἀπὸ μιὰ καρέγλα καὶ κάθησε χάμω, μὲ τὸ κάθισμα τῆς καρέγλας στὸ κεφάλι του καὶ τὰ μάτια καρφωμένα στὸν Άντώνη, 
 καὶ περίμενε.
Μὰ ἡ Μαριόρα εἶχε ἐξαφανιστεῖ, καὶ τὰ τέσσερα ἀδέλφια δὲν ἤξεραν οὔτε τί νὰ ποῦν οὔτε τί στάση νὰ πάρουν ἐμπρὸς στ' ἄγνωστα ἐξαδέλφια, ἰδίως ἐμπρὸς στὴν Κατίνα καὶ στὴν ἀδελφή της, τὴ σιωπηλὴ Άλεξάνδρα, ποὺ τὰ κύταζαν σὰν ἀνθρωπάρια παράξενα καὶ σπάνια.
Καὶ τότε, μ' ἕνα νάζι τοῦ κεφαλιοῦ, εἶπε ἡ Κατίνα,
− «Ἐλᾶτε στὴν τραπεζαρία νὰ πάρετε μιὰ βυσινάδα.»
   Καὶ ξεκίνησαν τὰ ἕνδεκα ἐξαδέλφια, καὶ ἀνακατώθηκαν θέλοντας καὶ μὴ τὰ στελέχη τους. Καὶ σὰν μπῆκαν στὴν τραπεζαρία καὶ εἶδαν τὶς παστελαριὲς μὲ τὰ σησάμια καὶ τὰ ξερὰ ἀμύγδαλα, καὶ τὰ κουλούρια, καὶ τὸ στρογγυλὸ ρεβανί, κάτασπρο, πασπαλισμένο ψιλὴ ζάχαρη, καὶ τὶς ἀφράτες φέτες ψωμὶ καὶ τὴ βυσινάδα στὰ ποτήρια, λύθηκε ἡ γλώσσα ὁλωνῶν καὶ πῆγε ροδάνι.
Καὶ βόησε ἡ τραπεζαρία σὰ δέντρο στὸ σούρουπο, ὅταν τὸ λέν τὰ σπουργίτια, πρὶν κατακαθήσουν νὰ κουρνιάσουν καὶ ν' ἀποκοιμηθοῦν.
"Ο Τρελαντώνης" Πηνελόπη Δέλτα
Τα βιβλία είναι καθρέφτες. Βλέπεις μέσα τους 
μόνο αυτά που ήδη έχεις μέσα σου.
Carlos Ruiz Zafón, 1964 -, Ισπανός συγγραφέας
   Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ὄχι δεν ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας μπῆκε στὸ γραφεῖο.

«Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!».
«Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ.
«Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι», εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του.
  Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ.
  Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿ ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι.
«Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος.
«Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ.
«Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος.
«Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».
Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες.
Ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι, χωρὶς νὰ τὸν πιέσουν περισσότερο.

    Νύχτωσε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κλείσει τὸ γραφεῖο. Ὁ Σκροῦτζ φόρεσε τὸ παλτὸ καὶ τὸ καπέλο του καὶ πῆρε στὸ χέρι τὸ μπαστούνι του. Μὲ τὴ σειρά του, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἑτοιμάστηκε κι αὐτὸς νὰ φύγει.
«Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλεις νὰ δουλέψεις αὔριο», τοῦ εἶπε ὁ Σκροῦτζ μὲ δυσφορία. Ὁ Μπὸμπ κούνησε καταφατικὰ τὸ κεφάλι.
«Ἂ-ἂ-ἂν δὲ σᾶς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκροῦτζ», τραύλιζε ὁ καημένος ὁ Μπόμπ.
«Δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ σὲ πληρώνω ὅταν δὲν ἐργάζεσαι», τὸν διέκοψε ὁ Σκροῦτζ. «Πάντως, μεθαύριο θὰ πιάσεις ἀπὸ νωρὶς δουλειά!».
Ὁ Μπὸμπ τὸν εὐχαρίστησε κι ἔτρεξε ἔξω νὰ βρεῖ κάτι παιδάκια ποὺ διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στὸν παγωμένο δρόμο.
    Ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὁ Σκροῦτζ ἔφαγε, ὅπως συνήθως, μόνος του σὲ μιὰ γειτονικὴ ταβέρνα. 
Ἔπειτα, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του. Τὸ κτίριο ὅπου ἔμενε βρισκόταν στὴν ἄκρη ἑνὸς στενοῦ καὶ σκοτεινοῦ δρόμου. Τὸ παλιὸ καὶ φθαρμένο διαμέρισμα ἀνῆκε κάποτε στὸ συνέταιρό του, τὸν Τζὰκ Μάρλεϊ.
   Ὁ Σκροῦτζ ἔβγαλε τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν ἐξώπορτα. Τὸ ρόπτρο, ἂν καὶ μεγάλο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερα ὄμορφο πάνω του. Κι ὅμως, ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔμοιαζε λουσμένο σ᾿ ἕνα ἀπόκοσμο φῶς. Ὁ Σκροῦτζ, πραξενεμένος, ἔσκυψε νὰ ἐξετάσει καλύτερα... καὶ τότε ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Μάρλεϊ νὰ τὸν κοιτάζει!.. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ὅμως ξανάγινε ἕνα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ὁ Σκροῦτζ μπῆκε στὸ διαμέρισμα, μαντάλωσε τὴν πόρτα πίσω του καὶ προχώρησε στὴ σάλα.

Στὴ συνέχεια, ἔβγαλε τὸ παλτό του, φόρεσε τὶς παντόφλες του καὶ κάθησε μπροστὰ στὸ τζάκι. Πάνω στὴ σχάρα τρεμόσβηναν λίγες ἀδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τῆς ἀποθήκης ἄκουσε νὰ σέρνονται βαριὲς ἁλυσίδες. Μέσα ἀπὸ τὴν κλειστὴ πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιὰ καί, αἰωρούμενη, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴ μέση του δωματίου. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν τὸ φάντασμα τοῦ παλιοῦ συνεταίρου τοῦ Σκροῦτζ, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀκριβῶς πρὶν ἑφτὰ χρόνια. Ὁ γέρος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ μάτια του.
«Ποιὸς εἶσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιὸς ἤμουν!» τὸν διόρθωσε τὸ φάντασμα. «Ἤμουν ὁ Τζὰκ Μάρλεϊ, ὁ συνέταιρός σου. Δὲ μὲ θυμᾶσαι;».
   Τὸ φάντασμα τοῦ Μάρλεϊ κάθησε στὴν ἀγαπημένη του πολυθρόνα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ κόντευε νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸ φόβο του, τὸν ρώτησε ἱκετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».
«Βλέπεις αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες;» τὸν ρώτησε τὸ φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους ἀντιπροσωπεύει καὶ μία ἄσχημη κουβέντα τῆς ζωῆς μου. Ὅσο γιὰ τὰ βαριὰ χρηματοκιβώτια ποὺ σέρνω; Εἶναι τὰ πλούτη ποὺ συγκέντρωσα καὶ δὲν τὰ χρησιμοποίησα σωστά. Ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ τὰ σκεφτεῖς σοβαρὰ καὶ νὰ δεῖς καὶ τὴ δική σου ζωὴ ἀλλιῶς, Σκροῦτζ!». Τὸ φάντασμα σώπασε γιὰ λίγο κι ὕστερα συνέχισε:
   «Ἦρθα νὰ σὲ προειδοποιήσω. Ἔχεις ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὴ δική μου μοίρα, θὰ ἔρθουν τρία πνεύματα. Τὸ πρῶτο θὰ σὲ ἐπισκεφθεῖ ἀπόψε, στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ δεύτερο αὔριο, τὴν ἴδια ὥρα. Καὶ τὸ τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει τὸ ρολόι δώδεκα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία σου ἐλπίδα!..».
Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Μάρλεϊ ξαναέφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὰ ἄλλα φαντάσματα ποὺ περιπλανιοῦνται ἀσταμάτητα στὶς ὁμίχλες τῆς αἰωνιότητας. Ἐξαντλημένος ὁ Σκροῦτζ, ἔπεσε χωρὶς νὰ γδυθεῖ στὸ κρεβάτι του κι ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως.
"Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" Κάρολος Ντίκενς
  «Πήγαινε να δεις τα τριαντάφυλλα», είπε η αλεπού...
Ο μικρός πρίγκιπας έφυγε να δει ακόμη μια φορά τα τριαντάφυλλα. «Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο», είπε... «Είστε όμορφα, αλλά κενά... Αν κάποιος τυχαίος περαστικός έβλεπε το τριαντάφυλλό μου, θα νόμιζε ότι σας μοιάζει. Εκείνο όμως είναι πολύ πιο σημαντικό από όλα σας, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω εγώ ποτίσει. Γιατί είναι το λουλούδι που προστάτεψα. Γιατί έχω σκοτώσει τα σκουλήκια του, γιατί είναι το τριαντάφυλλο που έχω ακούσει να παραπονιέται, να καμαρώνει ή να σιωπά. Γιατί είναι το τριαντάφυλλό μου το καλύτερο απ' όλα."
«Βλέπεις μόνο με την καρδιά» είπε η αλεπού...
"Ο μικρός Πρίγκιπας" Αντουάν Ντε Σαιντ Εξιπερύ
   Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν' ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο. Γιατί κρύωνε ο καημένος ο κόσμος τούτο το φθινόπωρο. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτής της πόλης. Είχαν στριμωχτεί εκεί απά-νου στην ποδιά του βουνού, απ' τα παλιά τα χρόνια, και τώρα μετάνιωναν. Μα ήταν πια πολύ αργά. Τώρα είχαν γίνει πόλη. Σηκώνεται και φεύγει, έτσι εύκολα, μια πόλη;
    Για να λέμε όμως την αλήθεια το κρύο δεν είχε λόγο να κοπιάσει τόσο νωρίς. Ούτε κι ο καζαμίας συμφωνούσε μαζί του. Οι παγωνιές ήταν ακόμα μακριά. Έπηζαν τα ποτάμια και δένανε τα νερά. Αυτές ήταν οι χειμωνιάτικες δουλειές του αέρα. Μα το Σεπτέμβρη μήνα δε γίνονται αυτά τα καμώματα. Οι αέρηδες είναι ακόμα μαλακοί. Μυρίζουν ώριμα φρούτα. Δε θέλουν σύννεφα μαζί τους, πάνε ανάλαφροι σαν ξυπόλυτα αγόρια.
     Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ' όνομα του Μέλιος, μα δε χρειάζεται, γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσχοβολάει δυνατά απ' τη δεντροστοιχία και, τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ' ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ' ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια... Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος χωρίς κορίτσια;
   Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ'αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.
     Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειό. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόρθες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.
    Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ' όνειρο του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...
"Ένα παιδί μετράει τ΄άστρα" Μενέλαος Λουντέμης 
Εικόνες: comicsmania/retromaniax
Κάτι παρόμοιο στο blog :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.