Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Σικελιανός: Ένας Άγγελος, μια Εύα, μια Άννα και... μια Νάταλι...

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ
   Το ξημέρωμα της 18ης Μαρτίου του 1884 οι μαμές που είχαν παρασταθεί στην γένα του έβδομου παιδιού της Χαρίκλειας Σικελιανού, το γένος Στεφανίτση, συζύγου του καθηγητή Γαλλικών του Γυμνασίου της Λευκάδας, Ιωάννη Σικελιανού, είχαν να διηγηθούν πως το παιδί γεννήθηκε με μαγνάδι στο πρόσωπο (με εκείνο το κομμάτι του αμνιακού σάκου που ονομάζουμε προσωπίδα) και για αυτό στη ζωή του θα ήσαν ευλογημένο από την τύχη. 
   Το αγόρι εκείνο, ο Άγγελος, μεγαλώνοντας έμαθε, βέβαια, την ιστορία και του καλοφάνηκε ιδιαίτερα – από τότε που θυμόταν τον εαυτό του ένιωθε πως είχε στη ζωή του μέγα προορισμό κι όλα τα σημάδια συνηγορούσαν για κάτι τέτοιο.
   «Άρχοντα της λαλιάς μας» τον αποκάλεσε ο νομπελίστας ποιητής μας Σεφέρης. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό και μετά στο γυμνάσιο. Εκεί έγραψε σε ηλικία μόλις δεκατριών χρόνων και τα πρώτα του ποιήματα. 
   Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο, το 1901, γράφτηκε στην Νομική Σχολή της Αθήνας,  χωρίς όμως ποτέ να παρακολουθήσει μαθήματα. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο. 
  Ήταν γεννημένος να γίνει ποιητής και άρχισε να δημοσιεύει από καιρό σε καιρό ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Η γνωριμία του με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου Κωνσταντίνο Χρηστομάνο τον οδηγεί να παίζει ρόλους σε αρχαίες τραγωδίες στη «Νέα Σκηνή» που αυτός είχε δημιουργήσει. 
  Αυτό ίσως και να συνέβαλλε αργότερα στην ιδέα του Σικελιανού για την αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές». Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και αφοσιώθηκε στην ποίηση και το θέατρο.
Trivia
***Ο Σικελιανός με το ψιλό του παράστημα και την απολλώνια ομορφιά του μοιάζει την εποχή αυτή με αρχαίο θεό. Είναι η προσωποποίηση όχι μόνο της ποίησης αλλά και του σαρκικού έρωτα.
***Το 1907, σε ηλικία είκοσι τριών χρόνων, γράφει «μέσα σε μια βδομάδα», όπως λέει ο ίδιος, το πρώτο μεστό ποιητικό του έργο τον «Αλαφροΐσκιωτο» καταλαμβάνοντας το δικό του χώρο στην ελληνική ποίηση.
***Υπάρχει μια ιστορία για τον Σικελιανό που -αν είναι αληθινή- τα λέει σχεδόν όλα για εκείνον τον μανιασμένο Απόλλωνα. Την καταγράφει (αν την καταγράφει) ο Καζαντζάκης στην Αναφορά του στον παππούλη κρητικό του Τολέδο.
Κάποτε, στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν από το ταξίδι τους στο όρος ο Σικελιανός και οΚαζαντζάκης έμεναν στο ίδιο σπίτι. Η γυναίκα του Άγγελου Εύα Πάλμερ – Σικελιανού του στέλνει ένα γεμάτο φέρετρο. «Βουδάκι μου, ο γείτονάς μας ο ράφτης πέθανε και σου τον στέλνω να τον αναστήσεις.»
  Ο Καζαντζάκης έστησε μάτι κι αυτί: τώρα θα φανεί αν είναι ένας θεατρίνος ή πραγματικά πιστεύει. Άραγε θα τολμήσει την συντριβή του ή θα κάνει πίσω;
 «Όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα’ κι ευθύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει.»
 Το πρωί ο Καζαντζάκης αντίκρισε έναν Σικελιανό αμίλητο και κάτωχρο – σαν φάντασμα. Είχε παλέψει να αναστήσει τον νεκρό σαν τον προφήτη Ελισσαίο, ξαπλώνοντας γυμνός απάνω του και φυσώντας του πνοή στο σώμα. Του κάκου.
  Ο Καζαντζάκης τον πήρε με το ζόρι για βόλτα στην ακροθαλασσιά για να τον ηρεμήσε. Κάποτε ο Σικελιανός μίλησε: «Ντρέπουμαι. Η ψυχή, λοιπόν, δεν είναι παντοδύναμη».
 (Εδώ που τα λέμε, ακόμη κι αν η ιστορία είναι μια κατασκευή του Καζαντζάκη, είναι, το δίχως άλλο, μια καλή ιστορία.)
*** Το 1941 ο Σικελιανός εντάσσεται στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και πρωτοστατεί στην προπαγάνδισή του με τα «Ακριτικά» του, πέντε χειρόγραφα ποιήματα, που κυκλοφορούν παράνομα. 
  Παράλληλα δημοσιεύει συνεχώς ποιήματα σε διάφορα έντυπα του ΕΑΜ για το «Νέο Εικοσιένα» όπως αποκαλεί το ΕΑΜ, στο επίγραμμά του «Ανάσταση» (1942)
  Τότε έγραψε και τα σπουδαία θεατρικά του έργα μεταξύ των οποίων η «Σίβυλλα» και το κορυφαίο του «Ο θάνατος του Διγενή Ακρίτα» με αντιστασιακό περιεχόμενο. Και δεν κάνει αγώνα καθισμένος στο σπίτι του. Διακινδυνεύει. 
  Στην κηδεία του Παλαμά το 1943 χτυπά με τους στίχους του την καμπάνα του αγώνα και σε εκδήλωση στο Ηρώδειο τον Αύγουστο του 1944 απαγγέλλει με την βροντώδη κρυστάλλινη φωνή του τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του.
***Μια άλλη ιστορία με το Σικελιανό στο κέντρο της, είναι ήδη μέρος της νεοελληνικής μυθολογίας – ένα από τα αστραφτερότερα διαμάντια της. 
  Στις 28 του Φλεβάρη του 1943, ημέρα Κυριακή, οι σκλαβωμένοι και ρημαγμένοι από την πείνα Έλληνες κήδεψαν τον Κωστή Παλαμά στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας. Ο Σικελιανός, ίδιος με αρχαίο Θεό, έχει γράψει ποίημα για να το διαβάσει πάνω από τον ανοιχτό τάφο. Ηχήστε σάλπιγγες. Καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα.

" Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιον κλεί, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

Μα Εσύ, Λαέ, που τη φτωχή Σου τη μιλιά,
Ήρωας, την πήρε και την ύψωσε ως στ’ αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας Δόξας Του, ανασήκωσ’ Τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο, κι απάνω κι από μας
που Τον υμνούμε, με καρδιά αναμμένη,
πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “ο Παλαμάς!”
ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά Του η Οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…
Βογκήστε, τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά Νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!”
  Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή: Όσοι βρέθηκαν κοντά του εκείνη τη στιγμή -και δεν ήσαν λίγοι- είδανε έναν άνθρωπο πέρα από τον εαυτό του, να στηρίζει την Ελλάδα, ή ό,τι λογάριαζε εκείνος για Ελλάδα, σε ένα φέρετρο. Ήτανε τόσο μανιασμένος, τόσο έμπυρος που το κατάφερε.
  Ουσιαστικά η κηδεία του Παλαμά ήταν η μεγαλύτερη αντικατοχική συγκέντρωση μαζί με τη συγκέντρωση διαδήλωση ενάντια στην πολιτική επιστράτευση και το κάψιμο των καταλόγων του υπουργείου εργασίας των Ελλήνων που θα πήγαιναν στη Γερμανία.
***Ο Σεφέρης θυμόταν μια επίσκεψή του στο νοσοκομείο, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, κάπου στα 1950: «Είδα το μαύρο, ήταν απόλυτα ωραίο» του είπε ο Σικελιανός
***Ο Ελύτης καταγράφει το καιριότερο: Ένα μεσημέρι του καλοκαιριού του 1946 πήγε στο ψηλοτάβανο σπίτι του Σικελιανού για να του αφήσει βιβλία σχετικά με τον Υπερρεαλισμό. 
  Η πόρτα ήταν ανοιχτή, η Άννα Σικελιανού έλειπε: «…Τότε αντίκρισα μιαν εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη: ο Σικελιανός, όρθιος, ξιπόλητος, με ένα μακρύ νυχτικό που έπεφτε σαν αρχαία χλαμύδα επάνω του, έτρωγε ένα τσαμπί σταφύλι! Κάθε τόσο το ύψωνε από το ανιχτό παράθυρο και το καμάρωνε στο φως. Να τος. Αυτός ήταν. (…) Αυτός που τον έλεγαν θεατρίνο, και που τον είχα τσακώσει σε μια στιγμή που κανένας θεατής δεν υπήρχε, κι όμως ίδιον, ολόιδιον, όπως τον ξέραμε από τα ποιήματά του, φυσικά μεγαλόπρεπο και αυτάρκη μέσα στη θεϊκή του απλότητα.»
***Υπάρχουν πολλές ακόμη ιστορίες για τον Σικελιανό
αναρρίθμητες. Οι χυδαιότερες αφορούν τον τρόπο που διάφοροι "δεξιοί παράγοντες" τον απέκλεισαν από την Ακαδημία Αθηνών, 
  ή τον τρόπο που οι ίδιοι "παράγοντες" της Ακαδημίας Αθηνών, με αρχηγό τον Σπύρο Μελά, πάλεψαν να μην δοθεί τον Νόμπελ της Λογοτεχνίας σε έναν«ύποπτο αναρχοκομμουνιστή».
***Η Ελένη Παπαδάκη (4 Νοεμβρίου 1903 - 21 Δεκεμβρίου 1944) υπήρξε μεγάλη Ελληνίδα ηθοποιός που διέπρεψε σε ποικίλους ρόλους. Το πέρασμά της από την ελληνική σκηνή άφησε ένα μυθικό αποτύπωμα οριακό και ανεπανάληπτο και ήδη σε ηλικία 36 ετών κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα μέγιστο παράδειγμα ολοκληρωμένου καλλιτέχνη.
   Δολοφονήθηκε άγρια από μέλη του ΕΛΑΣ (Ο.Π.Λ.Α.) του τμήματος Πατησίων του ΕΑΜ, στα 36 (αν γεννήθηκε το 1903 ήταν 41) της χρόνια, κατά το κίνημα των Δεκεμβριανών του 1944, στις 21 Δεκεμβρίου 1944στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ, κατηγορούμενη για επίδειξη φιλογερμανικής στάσης που κράτησε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
  Αργότερα, μετά την καταστολή του κινήματος, στις 28 Ιανουαρίου του 1945, έγινε μεγαλοπρεπής κηδεία στην οποία ο θάνατος της Παπαδάκη, θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Τότε ο Α. Σικελιανός έγραψε τους στίχους: Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψεκι΄ όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνει.Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα, κι οι εννιά αδελφές εσκύψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.
*** Από τις σημαντικές σχέσεις του Σικελιανού ήταν η πολύ στενή φιλία του με τον Νίκο Καζαντζάκη, για την οποία έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί πολλά, που άρχισε το 1914 και κράτησε, με κάποια διαλείμματα, χρόνια – μέχρι που έγιναν κουμπάροι-, όταν  το 1945 η Εύα και ο Άγγελος –παρόλο που είχαν χωρίσει πριν 12-13 χρόνια και ο Σικελιανός είχε ξαναπαντρευτεί- πάντρεψαν την Ελένη και τον Νίκο (που συζούσαν από το 1926)
  Μαζί (Σικελιανός και Καζαντζάκης) συμπορεύτηκαν σε ιδέες και ταξίδια, μαζί είχαν προταθεί για ακαδημαϊκοί, μαζί και για το Νόμπελ, χωρίς να αξιωθούν ούτε το ένα ούτε το άλλο – «θαμμένοι» από ντόπιες πολιτικές και ομότεχνους. Ιδού μερικές γραμμές από το πορτρέτο του Σικελιανού, που φιλοτεχνεί ο Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο»:
    «Ηταν πολύ ωραίος, και το ‘ξερε. Ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ‘ξερε. Είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό -ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική- δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών – με το τίναγμα των φτερών έφτανε στην κορυφή [...] Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος».
***Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών ενώ το 1949 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ.
***Ο Άγγελος Σικελιανός εξέδωσε ο ίδιος τα έργα του σε τρεις τόμους με τον τίτλο Λυρικός Βίος (1946 Α και Β, 1947 Γ), αφήνοντας έξω κάποια έργα που δεν θεώρησε απαραίτητο να συμπεριλάβει.
  Το 1965 άρχισε η έκδοση των «Απάντων» του όπου ολόκληρο το έργο του συγκεντρώθηκε σε 14 τόμους 1965-1985: Λυρικός Βίος 6 τόμοι , Πεζός Λόγος 5 τόμοι, Θυμέλη 3 τόμοι
*** Ὁ Σικελιανὸς είχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης
  Εκεί ὁ Βασιλεὺς Παύλος ἐπισκέπτοταν  τὸν ποιητὴ κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηρούσε επίσης  εξοχικὴ κατοικία στη Συκέα Κορινθίας.
***Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε - στις 19 Ιούνη 1951, στην κλινική "Παμμακάριστος" της Αθήνας, σ' ηλικία 67 ετών-  μετά από πολύχρονο πρόβλημα που αντιμετώπιζε στην καρδιά.
***Οι πιο περιπλεγμένες έχουν να κάνουν την σχέση του με τις γυναίκες – τους γάμους του, τις ερωμένες του, τους θρύλους που κύκλωσαν την σεξουαλικότητά του.
Η ΕΥΑ
     H ζωή της Εύας Πάλμερ-Σικε λιανού θα ταίριαζε σε ηρωίδα μυθοπλασίας . Κοσμοπολίτισσα, διανοουμένη και ακτιβίστρια,η Εύα Πάλμερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1874 και ανατράφηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια προοδευτικών αντιλήψεων. Ο πατέρας της, Κούρτλαντ Πάλμερ (Courtland Palmer),  υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα της εποχής του. 
  Γιος πάμπλουτου επιχειρηματία, ο ίδιος διανοούμενος, οπαδός του Αμερικανού φιλοσόφου Έμερσον και λάτρης του ελεύθερου πνεύματος, συγκέντρωνε στο σπίτι του τα πιο φωτισμένα μυαλά της εποχής του, από κάθε θρησκεία και εθνικότητα. Η κόρη του Εvalina, ή αλλιώς Εύα, ανατράφηκε σε εκλεκτό περιβάλλον συγγραφέων και καλλιτεχνών, σπούδασε αρχαία ελληνικά και μουσική σε διακεκριμένο κολέγιο των ΗΠΑ, ταξίδεψε από μικρή στην Ευρώπη και γνώρισε διάσημες προσωπικότητες που σύχναζαν στον κύκλο του πατέρα της, επιστήμονες, μεταρρυθμιστές, οπαδούς των προοδευτικών ιδεών, σπουδαίους μουσικούς και λογοτέχνες όπως ο Οscar Wilde
  Ο πατέρας της ήταν ιδρυτής του «Ομίλου του 19ου αιώνα» και ίδρυσε το 1885 ένα προδρομικό και πρωτοποριακό  σχολείο στη Νέα Υόρκη –που δυστυχώς ήταν βραχύβιο-  και ξόδεψε τη μεγάλη πατρογονική περιουσία του σ’ έναν συνεχή αγώνα υπέρ των ιδεών του. Η μητέρα της ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα της εποχής που λάτρευε τη μουσική. Στο πατρικό της σπίτι, όπως είπαμε, διακεκριμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες αντιμαχόμενων απόψεων μπορούσαν να συνδιαλεχθούν σε ατμόσφαιρα πολιτισμένη. Αυτό ήταν το έτοιμο έδαφος στο οποίο το δελφικό όραμα του Σικελιανού ρίζωσε εφ΄ όρου ζωής. Έτσι η Εύα αφιέρωσε με τη σειρά της το σύνολο του μόχθου της στις ιδέες, χωρίς να υποχωρήσει ποτέ ούτε σπιθαμή από τις πεποιθήσεις της. 
  Μεγαλωμένη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε αυτή τη φιλελεύθερη αμερικανική οικογένεια, που τη μύησε στις αξίες της ελευθερίας και της ανοχής, εμπνέοντάς της μιαν έντονη αποστροφή για τον μηχανικό και μαζικό πολιτισμό του 20ού αιώνα, η Εύα δεν συμμερίστηκε τυχαία το πάθος του Σικελιανού για τους Δελφούς
  Ο πατέρας της πίστευε βαθιά σ’ ένα είδος συνάντησης και σύμπλευσης πέρα από σύνορα, σε μια οικουμενικότητα που θα έβαζε τέλος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό μέσα από τη συνενωτική φλόγα του πνεύματος και της τέχνης.
Η ΝΑΤΑΛΙ
Η Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνευ (Natalie Clifford Barney) , γνωστή στους φίλους  της ως «Αμαζόνα», γεννήθηκε το 1876 και καταγόταν από δυο πλούσιες οικογένειες του Οχάιο της Αμερικής. Πέρασε την παιδική της ηλικία σε γαλλικό οικοτροφείο θηλέων, και αργότερα, μετά το 1889, η οικογένεια περνούσε το χρόνο της ανάμεσα στην Ουάσινγκτον, πολυτελή καλοκαιρινά θέρετρα και ταξίδια στην Ευρώπη. 
  Από μικρή ήταν αντιδραστική και πεισματάρα και δεν δίστασε να επαναστατήσει ενάντια στη βικτοριανή της ανατροφή, δίνοντας αφορμή για ποικίλα σχόλια σε άρθρα της εποχής. Ήταν μια όμορφη λυγερή ξανθιά κοπέλα, και η μόρφωσή της περιλάμβανε  την άπταιστη γνώση γαλλικών, γερμανικών και βιολιού. Ήταν επίσης δεξιοτέχνης στην ιππασία και εκκολαπτόμενη ποιήτρια. 
  Η τεράστια προίκα της την έκανε στόχο όλων των ελεύθερων νεαρών του κύκλου της, αλλά η ίδια ενδιαφερόταν μόνο για γυναίκες. Η πρώτη σοβαρή ερωτική σχέση της ήταν με μια διάσημη Γαλλίδα εταίρα της Belle Epoque
  Το 1909, σε ηλικία 33 χρονών μετακόμισε μόνιμα σε δικό της σπίτι κοντα στο Ζερμέν ντε Πρε του Παρισιού, μια πόλη που τα τελευταία χρόνια έμενε πολύ διάστημα εκεί, όπου σύντομα οι «Παρασκευές» της, οι φιλολογικές συναντήσεις που γίνονταν εκεί κάθε εβδομάδα και που συνεχίστηκαν για σχεδόν εξήντα χρόνια, την έκαναν διάσημη.
  Στους επισκέπτες της περιλαμβάνονταν, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, οι Αύγουστος Ροντέν, Ράινε Μ. Ρίλκε, Τζέιμς Τζόις, Ζαν Κοκτό, το ζεύγος Φιτζέραλντ, Τρούμαν Καπότς, Φρανσουάζ Σαγκάν. Είχε πολυάριθμες ερωτικές σχέσεις και ήταν υπέρμαχος της πολυγαμίας.
  Έχουν εκδοθεί συνολικά δώδεκα βιβλία της  Μπάρνεϊ που περιλαμβάνουν ποίηση, απομνημονεύματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα, και άλλα. Το γράψιμο της έχει πάντα να κάνει με τη ζωή, το σεξ, τη φύση της γυναίκας. Οι ιδέες της ήταν επαναστατικές για την εποχή της και αντανακλούσαν αρχές που δεν έγιναν αποδεκτές  παρά μόνο εκατό χρόνια αργότερα.
Ανάμεσα στα έργα της ξεχωρίζουν δύο που φανερώνουν το ταλέντο της, και που την καθιέρωσαν ως συγγραφέα με αξία: Eparpillements, Pensees d’ une amazone (Thoughts of an amazon, 1920) και Nouvelles pensees d’ une amazon (More Thoughts of an amazon, 1939).
  Πέθανε το 1972, στα 95 της χρόνια, και στο τέλος της ζωής της παραδέχτηκε: «Πήρα περισσότερα από τη ζωή, ω, πήρα περισσότερα ίσως από αυτά που περιείχε!».
Αφορισμοί της Νάταλι
Σε έναν αποτυχημένο γάμο δεν είσαι ούτε μόνος ούτε μαζί.
Αιωνιότητα: χάσιμο χρόνου.
Ο χρόνος χαράζει τα πρόσωπά μας με όλα τα δάκρυα που δεν χύσαμε.
Φήμη είναι όταν σε γνωρίζουν άνθρωποι, που εσύ δεν θα ‘θελες να γνωρίζεις.
Τουλάχιστον οι σαδιστές δεν είναι αδιάφοροι για τον πόνο που προκαλούν.
ΕΥΑ ΚΑΙ ΝΑΤΑΛΙ
Η Εύα Πάλμερ  στα 25 της χρόνια, γνώρισε την 23χρονη  Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϊ σε αριστοκρατικό καλοκαιρινό θέρετρο στο Μέιν της Αμερικής και ξεκίνησε έτσι μια έντονη ερωτική σχέση που της σημάδεψε τη ζωή. Η σχέση τους δεν ήταν αποκλειστική καθώς η Μπάρνεϊ  διατηρούσε παράλληλα και άλλες σχέσεις. Τον πρώτο καιρό όμως επικρατούσε το πάθος και η ένταση στη σχέση τους! 
  Η Εύα Palmer και η Natalie Clifford Barney περνούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές στο Bar Harbor του Maine. Το πλοίο που τις φέρνει στο νησί λέγεται «Σαπφώ». Σαν αλλοπαρμένες νύμφες τρέχουν γυμνές στις παραλίες, σαν σύγχρονες αμαζόνες χάνονται με τ' άλογά τους στο δάσος. Όταν ξαποσταίνουν, απαγγέλλουν ποιήματα και ανακαλύπτουν το Συμπόσιο του Πλάτωνα. Τα βράδια χορεύουν νωχελικά στις κοσμικές εκδηλώσεις προκαλώντας τα ανδρικά βλέμματα. Το χειμώνα επιστρέφουν στις καλλιτεχνικές και κοσμικές τους ασχολίες και ανταλλάσσουν γράμματα.  
  Τα γράμματα αυτά, γραμμένα με ύφος λόγιο και συγκρατημένο στην αρχή, αποκαλύπτουν σιγά-σιγά τις διακυμάνσεις μιας ευγενικής ψυχής κι ενός εκλεπτυσμένου πνεύματος, που προσπαθεί να χειραφετηθεί από τα όρια μιας πουριτανικής κοινωνίας και να βιώσει το πάθος της «πέρα από τα τείχη των συμβάσεων», που «μοιάζουν με τη σκεπαστή γέφυρα του θανάτου».
Αποσπάσματα  από επιστολές  της Εύας Σικελιανού  στην αγαπημένη της Ναταλί Μπάρνεϋ.
[Νέα Υόρκη, 1901]
Η ζωή μου ολόκληρη έμοιαζε τόσο όμορφη, έτσι όπως την είχα σχεδιάσει πριν από δύο χρόνια! Τόσο ελεύθερη, τόσο τέλεια, τόσο απαλλαγμένη από το πάθος , ποτέ δεν το ‘κανα, αλλά ξύπνησες μέσα μου ένα είδος επιθυμίας που δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την καρδιά ή με το μυαλό μου, που θα με ανάγκαζε να σου παραδοθώ ακόμα κι αν έκανες κάτι που απεχθανίμουνα….
Αχ, πολυαγαπημένη, πολυαγαπημένη, αν μπορούσα να το κάνω! Αλλά να αποσύρω τις αισθήσεις μου από τα χέρια σου, να τραβήξω το κορμί μου από τα χείλη σου. Ακόμα και μ’ όλη την απόσταση ανάμεσά μας δεν μπορώ, κι αν ήσουνα εδώ κοντά μου, αν ερχόσουν να με καλύψεις με την υπέροχη παθιασμένη κίνηση που ξέρω τόσο καλά, και που όμως μου φαίνεται πάντα καινούρια, θα ξαναγινόμουνα δικιά σου, σαν φύλλο που το σάρωσε ο άνεμος.
Πρέπει, πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να συμφιλιώσουμε το άγγιγμα της ψυχής με το άγγιγμα του κορμιού, εσύ κι εγώ πρέπει να τον βρούμε αυτόν τον τρόπο, και σίγουρα, αν υπάρχει, ή αν μπορούμε να τον επινοήσουμε, εμείς οι δυο θα τα καταφέρουμε…
Ίσως υπερβάλλω, υπερεκτιμώ τη δικιά μου βάναυση επιθυμία για την αποκλειστική απόλαυση του έρωτά σου. Κι όμως, θυμάμαι τα λόγια που σου είπα: «αν ποτέ με ικανοποιήσεις απόλυτα θα σ’ αφήσω».
[Νέα Υόρκη, 29.1.1902]
Δεν πέρασαν ούτε δύο ώρες που άκουσα τη φωνή σου - τόσο μακρινή, τόσο κοντινή. Η φωνή σου είναι πάντα μακρινή, κι ωστόσο πάντα κοντινή. Είτε είσαι εδώ, είτε είσαι αλλού, είναι το ίδιο, ακούω πάντα αυτή την φωνή, την τόσο γλυκιά, που εισέβαλε συγχρόνως στ' αυτά του κορμιού και στ' αυτιά της ψυχής μου. Τ' αυτιά του κορμιού μου είναι αναγκασμένα να την ξεχάσουν γιατί δέχονται κι άλλους ήχους, που είναι τις περισσότερες φορές μόνο θόρυβοι, όμως η ψυχή μου την δέχεται όπως ένα κοχύλι δέχεται το πηγαινέλα της θάλασσας, την κατέχει επ' άπειρον, την αναπαράγει τόσο καλά, που πολλές φορές μου φαίνεται που δεν κουβαλάω μέσα μου τον απόηχο, την ανάμνηση, αλλά την ίδια την φωνή σου, που μου σιγοψιθυρίζει γλυκόλογα, και τότε, λες και είμαι στην αγκαλιά σου, σβήνω από τρυφεράδα κι έρωτα και σε ψάχνω μες στο κενό, εκεί όπου δεν υπάρχεις, αλλά πάλι μέσα μου σε ξαναβρίσκω, γιατί όπως η ψυχή μου θυμάται τη φωνή σου, έτσι έχει φυλαγμένο το αποτύπωμα των χεριών και των χειλιών σου, και παντοτινά, παντοτινά σε αισθάνομαι - είναι το κορμί ή η ψυχή μου; Δεν ξέρω. Όμως διασχίζω τον κόσμο βλέποντας τα πάντα, νιώθοντας τα πάντα μεσ' από σένα. Χθες κάποιος μου είπε: "Μου φαίνεστε πως είστε πάντοτε ένα όνειρο ή σαν σε όνειρο!". Κι είναι αλήθεια - υπάρχει ανάμεσα σε μένα και στα πράγματα ένα πέπλο που είσαι συ, που με κρατάει σε διέγερση, ευτυχισμένη, ό,τι κι αν γίνει, όσο άσχημοι κι αν είναι οι άνθρωποι ή τα πράγματα που με περιβάλλουν.
Κι όμως ήταν τόσο όμορφο, τόσο απροσδόκητο που σε άκουσαν να μιλάς, γιατί όσο καθάρια, όσο ομορφη κι αν είναι η ανάμνησή μου, δεν είναι ποτέ, ποτέ, μα ποτέ τόσο όμορφη όσο μια μονάχα λέξη σου, και το να μου λες "σ' αγαπώ" μου φαίνεται πιο καινούριο, πιο θαυμάσιο απ' ό,τι την πρώτη μέρα, γιατί τώρα ξέρω τι καλή που 'ναι η αγάπη σου και σκιρτώ όταν σκεφτομαι σ' όλο της το μεγαλείο την ομορφιά που με περιβάλλει.(...)
Βράδιασε αγαπημένη. Είχα τόσο πράγματα να σου πω, που άφησα αυτό το γράμμα ανοιχτό και τώρα είναι ίσως πολύ αργά για ταχυδρομείο. Τα υπόλοιπα που έχω στο μυαλό μου θα 'ναι για αύριο. Όσα έχω στην καρδιά μου θα 'ναι για πάντα.
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, δική σου
Εύα.
  Οι δυο κοπέλες δραπετεύουν στην παρισινή Λέσβο, για να αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες, όπου ανταλλάσσουν billets doux. Το Παρίσι θα σημαδέψει τη ζωή τους. μερικά χρόνια αργότερα η Πάλμερ θα επισκεφθεί το φιλολογικό σαλόνι της Μπάρνεϊ στο Παρίσι, όπου μετακόμισε και η ίδια μόνιμα. Η Εύα, γοητευμένη από την αρχαία τραγωδία και το θέατρο γενικότερα, θα συνεχίσει τις σπουδές της στο Παρίσι, όπου θα συνδεθεί με θεατρικούς κύκλους. Η Εύα προσπαθεί να βγει στη γαλλική σκηνή, αλλά προσκρούει στα παρασκήνια. 
  Εκεί θα γνωρίσει τον ηθοποιό Ρέιμοντ Ντάνκαν, αδελφό της περίφημης χορεύτριας Ιζαντόρα. Ο Ρέιμοντ όπως και η Ιζαντόρα λάτρευαν την Ελλάδα. Λίγα χρόνια νωρίτερα ο Ρέιμοντ είχε παντρευτεί στην Αθήνα την Πηνελόπη Σικελιανού, αδελφή του ποιητή, όμορφη και ξέχωρα προικισμένη με καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία. Η Πηνελόπη θα μυήσει την Εύα Πάλμερ στην ελληνική παραδοσιακή τέχνη του αργαλειού. 
  Η ίδια μπήκε από πολύ νωρίς σε ανάλογο  κλίμα, μαθαίνοντας να φτιάχνει μόνη της τα ρούχα της, μακριά από την τυποποίηση της βιομηχανικής παραγωγής, όπως και αναζητώντας την τύχη της στις θεατρικές σκηνές του Παρισιού, όπου και ανέπτυξε ισχυρό ενδιαφέρον για την υποκριτική, τη σκηνοθεσία, τη χορογραφία και την ενδυματολογία. Κι έτσι  ξεκίνησαν -ή μάλλον συνεχίστηκαν- όλα. Έρχεται μαζί τους στην Ελλάδα. Γοητεύεται από «τη χώρα, το λαό, τη γλώσσα», αλλά και από το νεαρό ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Ανταποκρίνεται στο «κάλεσμα στη ζωή» και αποδεσμεύεται σταδιακά από τις ερωτικές εξαρτήσεις της – και πάλι μέσα από γράμματα, αν και μερικά χρόνια αργότερα η Πάλμερ θα επισκεφθεί το φιλολογικό σαλόνι της Μπάρνεϊ στο Παρίσι, όπου μετακόμισε και η ίδια μόνιμα.   
  Ο μεγάλος έρωτας που θα γεννηθεί στην Ελλάδα ανάμεσα στην Εύα και στον Άγγελο Σικελιανό θα είναι και η αρχή της ρήξης της σχέσης της με την Μπάρνεϊ . Η ζήλεια για τον πρώτο καιρό είναι αναπόφευκτη!...  Η Εύα παίρνει την απόφαση να παντρευτεί τον Άγγελο και να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα. Ειδοποιεί  την οικογένειά της και κάνει ένα ταξίδι  στην Αμερική, στο Μπρουκ Εντ, για να τον παντρευτεί. Μια εβδομάδα πριν το γάμο, προτού σαλπάρουν για το ταξίδι , γράφει στις 21 Αυγούστου του 1907, (ο γάμος έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1907),  ένα γράμμα στην Νάταλι για να της ανακοινώσει  τα νέα και προσπαθεί να την εξευμενίσει. Οι αλήθειες που γράφονται σ’ αυτό το γράμμα για τον Άγγελο, τη Νάταλι και τις κρυφές της σκέψεις είναι πραγματικά συγκλονιστικές!!
21 Αυγούστου 1907, Nevilly
Είμαι κι εγώ πάρα πολύ δυστυχής. Τόσο πολύ που αυτή τη στιγμή δεν μπορώ ούτε να μείνω ούτε να γράψω, αν κι όλα αυτά εξακολουθούν να κονταροχτυπιούνται στο κεφάλι μου για να σου τα πω. Σαλπάρω το Σάββατο και παίρνω τον Άγγελο μαζί μου στο Μπρουκ Εντ, και ίσως παντρευτούμε εκεί, Όμως, κι αυτό κιόλα δεν έχουν σημασία, θέλω μόνο να σε κάνω να καταλάβεις.
Αφότου έφυγες, έζησα σε μια ατμόσφαιρα τραγωδίας και αυτοκτονίας, παράλογη πάντα και πολύ εξαντλητική, όμως πιο ανυπόφορη ήταν η δικιά μου δυστυχία που δεν μπορώ να την πω σε κανέναν, ούτε ακόμη και σε σένα.
Ο Άγγελος δεν είναι όπως τον νομίζεις, αλλά και αν ήταν, ακόμα και αν ήταν πολύ χειρότερος, είχες άδικο που μου ζήτησες να τον διώξω. Γύρισα σε σένα με τόση χαρά, μ’ ένα ενδιαφέρον που επιτέλους ήταν δικό μου, αγαπώντας σε όπως ποτέ δε σε είχα αγαπήσει,ικανή επιτέλους να σε πάρω από το χέρι, κι ένιωσα τον πόνο που μου ‘δωσες με το να θες να είμαι όπως ήμουνα. Μ’ έκανες να δω το παρελθόν με ενοχές που ποτέ δεν ένιωθα τότε.
Στον Άγγελο αγαπάω τη χώρα του, το λαό του, τη γλώσσα του, και πιο πολύ τα όνειρά του (όχι το να χτίσει ένα θέατρο, ήταν πιο ανειλικρινής από σένα).
Η τιμωρία μου είναι πως δεν τον αγαπώ. Η δικιά του τιμωρία είναι πως του είπα ψέματα, και πως του είπα ότι νοιάζομαι περισσότερο γι’ αυτόν παρά για σένα. Η αδυναμία του και η απόγνωσή του ήταν τόσο μεγάλες που έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή του. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να τον σώσω δίνοντάς του τη δυνατότητα να κάνει αυτά που φαινόταν ικανός να κάνει στην Ελλάδα (θα σ’ τα γράψω όλα αυτά), όμως, όπως λέω, αγαπάω τα’ όνειρό του και γι’ αυτό θα του δώσω μια ευκαιρία να το πραγματοποιήσει –και, αν τα καταφέρει, θα σ’ αρέσει και σένα.
Στο μεταξύ αν νοιάζεσαι για μένα, φρόντισε η δυστυχία μας να μείνει ανάμεσά μας. Ίσως ποτέ δεν ήμουν τόσο μες τη ζωή σου όσο τις τελευταίες μέρες. Κράτησέ με τώρα αν μ’ αγαπάς όπως εγώ σε κρατώ, φύλαξε τα γράμματά μου, που τα’ αγαπώ πάνω από όλα, φρόντισε τον εαυτό σου και πίστεψε πως η αγάπη για την οποία σου έγραψα ήσουν εσύ. Αν σε συνέκρινα με κάποιον ήταν με τον εαυτό σου.
Μου ζήταγες ορισμένες φορές περισσότερη δύναμη απ’ αυτή που είχα. Θ’ αποδείξεις τώρα πως είχες δικαίωμα να τη ζητάς.
Εύα
  Τελικά η μεγάλη καρδιά, οι ελεύθερες  απόψεις της Νάταλι και φυσικά ο παντοδύναμος Χρόνος , άλλαξαν την κατάσταση και η σχέση τους θα πάρει νέα μορφή και αντί για ερωτικό πάθος θα τις συνδέει πια σε όλη τη ζωή τους μια τρυφερή και πολύ δυνατή φιλία!!
Η Νάταλι ανταλλάσει επιστολές με την Εύα, όσο είναι στην Ελλάδα παντρεμένη με τον Άγγελο –που και η ίδια τον συμπάθησε και τον αγάπησε- , αλλά και αργότερα όταν η Εύα μένει πια μόνιμα στην Αμερική και διαλύει το γάμο της με τον Σικελιανό. Μέχρι το τέλος της ζωής τους γράφουν τρυφερά γράμματα με συμβουλές, εκμηστηρεύσεις και ένα παλιό και ξεθωριασμένο πάθος
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑ
   Αύγουστος του 1906, τρεις άνθρωποι κυκλοφορούν στην Αθήνα φορώντας χειροποίητους αρχαιοελληνικούς χιτώνες και σανδάλια. Οι κάτοικοι του κέντρου και του χωριού του Παγκρατίου τούς περιτριγυρίζουν με αναιδή περιέργεια. Είναι ο  Ρέιμοντ Ντάνκαν,  αδελφός της χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν, με τη γυναίκα του Πηνελόπηαδελφή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, και την αμερικανίδα φίλη τους Εύα Πάλμερ.
  Το 1906, λοιπόν,  η Εύα είχε έρθει  με το ζεύγος Ντάνκαν στην Ελλάδα και εκεί θα γνωρίσει τον πανέμορφο (με την αρχαιοελληνική εφηβική ομορφιά του)  22χρονο  Άγγελο Σικελιανό – η Πάλμερ είναι ήδη 32 χρονών- και θα ριζώσει στην Ελλάδα και στη «Δελφική ιδέα» του Σικελιανού. Η ίδια περιγράφει τη πρώτη συνάντησή τους  όταν παρουσιάστηκε μπροστά της λουσμένος στο φως σαν έλληνας θεός«Τον είδα για πρώτη φορά να στέκεται στον καυτό ήλιο έξω από την πόρτα μου… Ακόμη και όταν πέρασε μέσα από τη ζώνη του φωτός στο κέντρο του δωματίου προς τη σκιά της άκρης διατηρούσε τη λάμψη».
  Από το 1906 ως το 1933 έζησε στην Ελλάδα, με δύο ενδιάμεσα ταξίδια στην Αμερική, το 1907, όταν έγινε ο γάμος της με τον Σικελιανό, και το 1928, όταν έδωσε σειρά διαλέξεων για την προώθηση της Δελφικής Ιδέας. Ο ποιητής θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα αυτή τη γοητευτική γυναίκα, μεγαλύτερή του σε ηλικία και ήδη μυημένη βαθιά στην τέχνη. Μετά το ταξίδι του στη Βόρεια Αφρική όπου θα γράψει τον Αλαφροΐσκιωτο, θα γυρίσει και θα την παντρευτεί. 
  Από το 1907, μετά τον γάμο της, η Εύα Πάλμερ-Σικελιανού θα ζήσει στην Ελλάδα και το 1909 θα γεννήσει τον Γλαύκοτο μοναδικό παιδί του ποιητή. Όμως σύντομα θα αποκτήσει τη δική της δραστηριότητα: σπουδάζει εντατικά βυζαντινή μουσική, μελετά τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ασχολείται ειδικότερα με το αρχαίο ένδυμα και την τέχνη της υφαντουργίας.
  Από το 1924 θα ασχοληθεί συστηματικά, πλάι στον Άγγελο Σικελιανό, με την οργάνωση των Δελφικών Εορτών και τη διάδοση της Δελφικής Ιδέας. Η Εύα, συμπαραστάτης και εμπνεύστρια, Ηγερία και ακούραστη εργάτρια, θα συμβάλει αποφασιστικά στην πραγματοποίηση των πρώτων Δελφικών Εορτών το 1927 με αδιάκοπη κατάθεση προσωπικού μόχθου και χρημάτων από τη μεγάλη πατρική κληρονομιά. 
   Δική της ήταν η διδασκαλία του χορού και η σχεδίαση όσο και εκτέλεση των περίφημων κοστουμιών της παράστασης του Προμηθέα Δεσμώτη, που ύφανε η ίδια στον αργαλειό. Οι δεύτερες Δελφικές Εορτές, πάντα με τη συμμετοχή της, έγιναν το 1930. Όμως διάφορες δυσκολίες που ακολούθησαν, και τα μεγάλα οικονομικά χρέη που είχε δημιουργήσει για τις Εορτές, την ανάγκασαν να φύγει από την Ελλάδα. 
  Η σχέση της με τον Σικελιανό είχε αρχίσει να θολώνει εδώ και καιρό και παρά την απεριόριστη ανοχή που έδειχνε η Εύα στις συχνές ερωτικές περιπέτειες του Άγγελου, η σχέση τους είχε πια ξεφτίσει. Επέστρεψε στις ΗΠΑ λοιπόν, το 1933, για να βρει χρηματοδότες και κεφάλαια για τη συνέχιση των  Δελφικών γιορτών, αλλά τελικά   έμεινε  μόνιμα για την υπόλοιπη ζωή της και συνέχισε εκεί τη δράση της ως σκηνοθέτης, χορογράφος και δασκάλα θεάτρου και αρχαίας τραγωδίας ε διάσημους συνεργάτες. 
  Παράλληλα ασχολήθηκε με πάθος για τη διάδοση και τη διεθνή αναγνώριση του έργου του Άγγελου Σικελιανού.Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την προβολή της Ελλάδας στο εξωτερικό, δίνοντας ομιλίες και γράφοντας διάφορα άρθρα. Ανέβασε, επίσης, αρκετές παραστάσεις με αρχαία έργα. Ο Άγγελος που διατηρούσε σε όλη του τη ζωή φιλικές σχέσεις με την Πάλμερ της ζητάει διαζύγιο για να παντρευτεί την Άννα και η Εύα ως συνήθως φέρεται μεγαλόψυχα. 
Χαρακτηριστικό είναι το γράμμα που της στέλνει για να της γνωστοποιήσει τον έρωτα του με την Άννα Καραμάνη.
«Τέλος Μάρτη 1939, Αθήνα
Ζωή και λατρεία όλης μου της ζωής, Ιβάκι!
……Ευτυχώς ακόμη που το Ιβάκι γνωρίζει λίγο το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται. Είναι η κ. Άννα Καραμάνη που είχες συναντήσει τέσσερις-πέντε φορές στο σπιτάκι στα Πατήσια. Εγώ δεν την είχα καν ιδεί τότε, αλλά θυμάμαι πως κάποια στιγμή, μιλώντας μου για την επιθυμία σου να περάσεις ένα καλοκαίρι στο Πήλιο, μου μίλησες ξι’ αυτήν με λίγα λόγια τρυφερά. Από τότε δεν άκουσα τίποτε κι από κανέναν ως την ημέρα –στο μεταξύ πέρασαν επτά χρόνια-  που δέχτηκα αιφνίδια την επίσκεψη της Χάρης  που μ’ έκανε ένα πλάσμα θαυματουργά αναγεννημένο. Πολύ αργότερα έμαθα για τα μονοπάτια της ζωής της, μονοπάτια μικρά και πραγματικά μοναχικά κι απομακρυσμένα απ’ τους κοινούς δρόμους, και μεταξύ άλλων (τόσο θαυμαστά και λεπτά, όπως τα νεύρα και οι φλέβες του σώματός της) την πραγματική ευλάβεια που είχε για σένα, ανάβοντας το καντήλι του σπιτιού της στο βουνό μόνο μπροστά σε δυο εικόνες, της Παναγίας και της δικής σου…»
  Στην Κατοχή θα αγωνιστεί για τη συγκέντρωση βοήθειας με προορισμό τη δοκιμαζόμενη Ελλάδα, ενώ η ίδια θα συνεχίσει να ενισχύει οικονομικά τον ποιητή, που ήταν πλέον παντρεμένος με τη δεύτερη γυναίκα του, την Άννα. Με σπάνια γενναιοφροσύνη κι ανιδιοτελή αφοσίωση στην ιδέα της ποίησης του Σικελιανού, θα υποστηρίξει το 1946 την υποψηφιότητα του ποιητή για το Νόμπελ, με τη συνεργασία του Χένρι Μίλερ. Το 1950 η Εύα σχεδίαζε την επιστροφή της στην Ελλάδα και την αναβίωση των Δελφικών Εορτών αλλά δεν της εκδίδουν διαβατήριο. Την πρόφτασε ο θάνατος του ποιητή, το 1951. Ωστόσο, την επόμενη χρονιά το 1952, η Εύα θα έλθει στην Ελλάδα..
  Στη διάρκεια παράστασης του «Προμηθέα Δεσμώτη» στους Δελφούς (έργου που παραστάθηκε στις πρώτες Δελφικές Γιορτές) παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει μία εβδομάδα αργότερα,στις 4 Ιουνίου σε ηλικία 78 χρονών. Τάφηκε, σύμφωνα με επιθυμία της, δίπλα στον Σικελιανό, στους Δελφούς, όπου και το σπίτι (σήμερα Μουσείο Δελφικών Εορτών Σικελιανού) που είχαν φτιάξει το 1927.
Άγγελος και Εύα και Δελφικές Γιορτές
   Η αρχαιοελληνική πνευματική ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά τον Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών ("Δελφική Ιδέα"). Για το σκοπό αυτό, ο Σικελιανός, με τη συμπαράσταση και οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. 
   Παράλληλα, οργανώνει τις "Δελφικές Εορτές" στους Δελφούς με τις παραστάσεις του "Προμηθέα Δεσμώτη" (1927) και των "Ικέτιδων" (1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο Ελληνικό Θέατρο. Η "Δελφική Ιδέα" εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την "Δελφική Ένωση", μια παγκόσμια ένωση για τη συναδέλφωση των λαών, και το "Δελφικό Πανεπιστήμιο", στόχος του οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών. 
  Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών απένειμε στο Σικελιανό αργυρό μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε μόνο μετά το θάνατο του ποιητή. 
  Το 1927 ο Σικελιανός με την γυναίκα του Εύα πραγματώνει το όραμά του για την Δελφική Ιδέα με την αναβίωση των «Δελφικών Εορτών» που αποσκοπούσαν στην αδελφοσύνη και ειρήνη των λαών. Η Εύα στρατεύτηκε διά βίου στο σικελιανικό όραμα μιας σύγχρονης παγκόσμιας αμφικτιονίας με κέντρο τους Δελφούς και όχημα την τέχνη, και για τις Δελφικές Γιορτές ανέλαβε τη χρηματοδότηση από την προσωπική της περιουσία, τη σκηνοθεσία, τη διδασκαλία της μουσικής και της όρχησης, την ύφανση των κοστουμιών, τις επαφές, τη διεκπεραίωση. Μόχθος τιτάνιος.
   Από τότε καθιερώθηκε για πρώτη φορά να παίζονται τα έργα των κλασικών τραγωδών σε αρχαία θέατρα. Ο Σικελιανός όμως δεν ήβρε την απαιτούμενη συμπαράσταση από το επίσημο κράτος, αλλά και η προσέλευση των θεατών, αν εξαιρεθούν οι προσκεκλημένοι, τόσο στις πρώτες όσο και στις δεύτερες γιορτές ήταν ελάχιστη. Το όραμά του δεν είχε συνέχεια.
Μαρτυρία της Εύας Σικελιανού
Αποκαλυπτικό είναι ένα χειρόγραφο της Εύας Σικελιανού, για τις πρώτες «Δελφικές Εορτές». Γράφει:
«Τα καράβια είχαν έρθει γιομάτα κόσμο. Και τα αυτοκίνητα ερχόντουσαν από την Αθήνα και την Ιτέα. Οι ξένοι ανταποκριτές είχαν φτάσει κι ο Σικελιανός ήταν μαζί τους. Την προηγούμενη είχαμε μια φοβερή μπόρα που είχε χαλάσει ένα μέρος από τη δοκιμή μας. Όλοι οι άλλοι είχαν χάσει το κέφι τους από τη δυνατή βροχή, αλλά ο Σικελιανός ήταν ατάραχος. "Ο καιρός" είπε "θα 'ναι έκτακτος". Και ήταν. Κατέβηκα στην έκθεση και καταγοητεύτηκα. Κάθε σπίτι από τις δυο πλευρές του δρόμου του χωριού ήταν γιομάτο από διάφορους όμορφους θησαυρούς, όλους καμωμένους από τους χωρικούς. Σε κάθε σπίτι μια ηλικιωμένη κυρία ήταν επικεφαλής και φορούσε το τοπικό κοστούμι της επαρχίας που αντιπροσώπευε, εκεί όπου είχαν ζήσει οι πρόγονοί της. Όλη η Ελλάδα ήταν μαζεμένη σ' αυτή τη χειροτεχνική επίδειξη που έγινε από τέλειους τεχνίτες. Ένα όνειρο είχε πραγματοποιηθεί».
 «Αλλά γυρίζοντας σπίτι, μόλις και κατόρθωσα να αναρριχηθώ στο λόφο προς την αετοφωλιά μας. Πώς, λοιπόν, τα πόδια μου θα μπορούσαν να με σύρουν ως το θέατρο; Και πώς θα έντυνα όλες τις Ωκεανίδες μου; Όλα ήταν έτοιμα, αλλά ήταν απίστευτα δύσκολο να πας από κάτω από τη σκηνή στο ακροατήριο. Σα σε όνειρο παρακολουθούσα τον "Προμηθέα". Το Κράτος, η Βία και ο Ήφαιστος ήταν καλοί. Και μιλούσαν καλά. Και άρεσαν στο ακροατήριο. 
Αλλά να που κι οι Ωκεανίδες μου προχώρησαν κι αμέσως ένιωσα σα να ζωντάνευαν. Εκινούντο με απόλυτη άνεση κι ήταν απόλυτα ωραίες. Ήμουνα πανευτυχής. Το μεγάλο κοινό ήταν με το Χορό. Καταλάβαινα πως ήμουνα πραγματικά στο κατώφλι του ελληνικού δράματος. Έπειτα τα τηλεγραφικά σύρματα βούιζαν συνεχώς. Τα πρώτα νέα περνούσαν στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ρώμη, στη Μαδρίτη, στη Λισαβόνα. Όλη κείνη τη νύχτα η Αθήνα ήταν σε διαρκή υπερδιέγερση».
«Την επομένη μέρα τα μαγαζιά ήταν κλειστά κι ο κόσμος φιλιόνταν στους δρόμους, όπως συνηθίζουν για τη Λαμπρή. Όλη η Ελλάδα είχε ξυπνήσει. Και τα νέα εξακολουθούσαν να καταφθάνουν από τους Δελφούς. Ύστερα από τις πρώτες σύντομες σημειώσεις, οι εκτενείς περιγραφές. "Το δράμα", έλεγαν, ξαναζεί στη γνήσια γη της γέννησής του. Και οι Έλληνες ανταποκριτές ήταν θαυμάσιοι. "Πήγαν να περιπαίξουν κι έμειναν να προσευχηθούν". Επί μήνες οι ελληνικές εφημερίδες σε ολόκληρες σελίδες δεν είχαν τίποτα άλλο από το φεστιβάλ. Και μου είπαν, πολύ αργότερα, πως το κοινό δεν ήθελε άλλα νέα».
    «Το άλλο πρωί στο στάδιο δίσκοι και ακόντια γυάλιζαν στον ήλιο. Έτρεχαν, πηδούσαν με βάρη, η πάλη ήταν με λαμπερές πανοπλίες και οι άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν. Στο τέλος του "Προμηθέα Δεσμώτη» είχαν κατέβει από την κορφή του Παρνασσού αετοί και περικύκλωσαν το κεφάλι του ήρωα. Και στη μέση των αθλημάτων, ξανάρθαν και πετούσαν χαμηλά στο στίβο. Όλη η φύση έπαιρνε μέρος στη σκηνοθεσία».
   Η Δελφική Ιδέα, που ένωσε το ζευγάρι σ’ έναν διά βίου και εντέλει μοιραίο δεσμό (η Πάλμερ πέθανε λίγο μετά τον Σικελιανό και ενταφιάστηκε δίπλα του στους Δελφούς), βρίσκεται στο κέντρο και του αυτοβιογραφικού βιβλίου της Εύας "Ιερός πανικός", το οποίο σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση τυπώνεται εκ νέου, αναθεωρημένο και συμπληρωμένο, από τις εκδόσεις Μίλητος
  Οπως παρατηρεί στην εισαγωγή του ο φιλόσοφος και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας John Ρ. Anton, που υπογράφει τη μετάφραση, η Εύα άρχισε να συντάσσει την αυτοβιογραφία της, με προτροπή του Σικελιανού, το 1938, για να την ολοκληρώσει το 1942. Σε οποιαδήποτε σελίδα της αυτοβιογραφίας κι αν σταθούμε, ακόμη κι αν την ξεφυλλίσουμε κατά εντελώς τυχαίο τρόπο, θα δούμε ολοζώντανο το δελφικό όραμα, να πάλλεται ασυγκράτητο από τη θέρμη της πίστης του, ακόμη κι όταν όλα τριγύρω του δείχνουν να έχουν πέσει για πάντα στον γκρεμό.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΑ
ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΚΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
Μια συνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα»
"Καλησπέρα, είμαι ο Μάρκος Σικελιανός". Ήταν οι μόνες ελληνικές λέξεις που έμαθε και αυτές προσπαθούσε να τις εκφέρει με την καλύτερή του προφορά. Ενας από τους ελάχιστους απογόνους του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αμερική. Δούλευε ως πριν από λίγο καιρό σε μια από τις πολλές εταιρείες που ανθούν στο εξωτερικό και εκπροσωπούν αυτούς που κάνουν πνευματική παραγωγή, όπως συνθέτες, παραγωγούς. 
  Ήρθε στην Ελλάδα καλεσμένος από το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, με αφορμή τον επετειακό εορτασμό των 70 χρόνων από τις πρώτες Δελφικές Γιορτές. Πρωτότοκος γιος του Γλαύκουτου μοναδικού παιδιού που είχαν αποκτήσει ο Άγγελος και η Εύα και που έφυγε από τη ζωή πριν από τρία χρόνια, ο Μάρκος Σικελιανός νιώθει ευτυχής που επιστρέφει στο «σπίτι» του, στην Ελλάδα. «Είναι η τρίτη φορά που επισκέπτομαι τη χώρα όπου γεννήθηκα», λέει. «Ναι, γεννήθηκα στην Ελλάδα όσο και αν αυτό δεν είναι γνωστό. Γεννήθηκα λίγο πριν από τις δεύτερες Δελφικές Γιορτές, το 1930, και μεγάλωσα τα πρώτα δέκα χρόνια τις ζωής μου στο σπίτι της γιαγιάς μου Εύας στη Συκιά, λίγο πριν από το Ξυλόκαστρο. Ακόμη έχω πολλούς και καλούς φίλους εκεί που με περιμένουν να πάω».
   Τον Άγγελο Σικελιανό δεν τον θυμάται, άκουγε όμως τη μητέρα του και τον πατέρα του να συζητούν γι' αυτόν. «Ήταν άνθρωπος πολυάσχολος. Έγραφε συνέχεια ή δεν ξέρω τι άλλο έκανε και δεν είχε χρόνο για τον πατέρα μου, τον παραμελούσε συστηματικά. Γι' αυτόν τον λόγο και ο Γλαύκος ήταν τόσο μοναχικός άνθρωπος». Έχουν ειπωθεί πολλές ιστορίες και έχουν γίνει πολλές εικασίες ως προς τη σχέση του Άγγελου με τον γιο του Γλαύκο. 
   Ώσπου να έρθει στο φως η μαρτυρία του εγγονού του πρώτου, Μάρκου: «Ο πατέρας μου δεν είχε πατρικό πρότυπο. Ο παππούς μου ο Άγγελος δεν υπήρξε ποτέ ο ιδανικός πατέρας για εκείνον. Ποτέ δεν στάθηκε δίπλα του, ποτέ δεν συμμετείχε στη ζωή του. Ξέρω όμως ότι λάτρευε τη μητέρα του, την Εύα. Ο Γλαύκος μεγαλώνοντας για μεγάλο χρονικό διάστημαολομόναχος έγινε κλειστός, μοναχικός». Γι' αυτό κιόλας αυτοί που γνώριζαν την ύπαρξή του ήταν ελάχιστοι. Άνθρωπος που δεν μίλησε ποτέ στη ζωή του στον Τύπο, παρά τις προκλήσεις που είχε, έφερε ίσως σαν βάρος το όνομα των Σικελιανών. 
   «Ο Γλαύκος ήταν πολύ ήσυχος, πολύ ήρεμος. Ζούσε στη Συκιά για χρόνια ολόκληρα, απομονωμένος από τον κόσμο», λέει. «Ηταν άνθρωπος που δεν ενοχλούσε και δεν ήθελε να δημιουργείται θόρυβος γύρω από αυτόν. Θυμάμαι ότι λάτρευε τα πλοία και μοναδικό του χόμπι ήταν να σχεδιάζει και να ζωγραφίζει πλοία. Όποιος έβλεπε ένα έργο του καταλάβαινε αμέσως ότι ήταν δικό του. Καθόταν με τις ώρες και σχεδίαζε. Με τη μητέρα μου που ήταν και αυτή Αμερικανίδα, όπως η Εύα, γνωρίστηκε στη Μασαχουσέτη. Αυτή έκανε διακοπές και ο Γλαύκος είχε ακολουθήσει τη μητέρα του από την Ελλάδα μετά τις πρώτες Δελφικές Γιορτές, στην προσπάθειά της να μαζέψει χρήματα για τις επόμενες».
Η απαγγελία του Σικελιανού
στην κηδεία του Παλαμά
  Θυμάται ένα περιστατικό όπου ο Γλαύκος συνελήφθη στην Καλιφόρνια από την αστυνομία γιατί είχε εμπλακεί σε διαδηλώσεις εναντίον των πυρηνικών δοκιμών που γίνονταν στην περιοχή και για τη συμμετοχή του στην τηλεοπτική και ραδιοφωνική αναμετάδοση του αγώνα εναντίον της ανάμειξης των Ηνωμένων Πολιτειών στα εσωτερικά θέματα των χωρών Χιλής, Νικαράουας, Σαλβαδόρ και Γουατεμάλας. «Έχω φωτογραφίες - ντοκουμέντα από την ώρα όπου συνέλαβαν τον πατέρα μου», λέει ο Μ. Σικελιανός. «Ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος. Ένας πραγματικός κύριος. Η γιαγιά μου η Εύα πάλι ήταν πανέμορφη. Από τις ωραιότερες γυναίκες που υπήρχαν, ειδικά στα νιάτα της. Ο εγγονός μου, γιος της κόρης μου, είναι ίδιος αυτή».
Δελφικές Γιορτές Α΄ μέρος
  Από την αμύθητη περιουσία της οικογένειας των Πάλμερ τίποτα δεν έχει διασωθεί και δεν έχει περάσει στην οικογένεια. Ένα μεγάλο μέρος της είχε χαθεί από τότε όπου η Εύα θυσίαζε τα πάντα για να υλοποιήσει το όραμα το δικό της και του αγαπημένου της Άγγελου, για την αναβίωση της Δελφικής Ιδέας. Το υπόλοιπο εξαφανίστηκε από τους διάφορους συγγενείς της στο πέρασμα του χρόνου.
Λέει ότι έχει περάσει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια αφού, παρά το διαζύγιο του Γλαύκου και της μητέρας του, «απολάμβανε» για αρκετά διαστήματα και τους δύο μαζί.  «Χώρισαν όταν ήμουν 13 χρόνων και ξαναπαντρεύτηκαν και οι δύο. Έχω τέσσερα αδέλφια από τον πατέρα μου και δύο από τη μητέρα μου. Όταν ο Γλαύκος ερχόταν στην Αμερική, μέναμε όλοι μαζί. Αυτός και η καινούργια του οικογένεια και εμείς. Βρίσκω ότι ήμασταν μια φυσιολογική οικογένεια» ­ αν και παράδοξα «μεγάλη».
Δελφικές Γιορτές Β΄μέρος
   Η ιστορία όπως φαίνεται επαναλαμβάνεται, αφού ο Μάρκος Σικελιανός για ένα διάστημα έκανε να συναντήσει τον πατέρα του και δέκα χρόνια. Την ύπαρξή του δεν την γνώριζε ούτε η κόρη του, που όταν το 1976 ήρθε στην Ελλάδα και τον συνάντησε έμεινε εμβρόντητη.«Γυρνούσε και ρωτούσε ποιος είναι ο κύριος αυτός. Όταν της είπα ότι ήταν ο παππούς της, έδειξε εκνευρισμένη. Ο Γλαύκος όμως δεν ήθελε να μιλάνε γι' αυτόν. Δεν ήθελε να ξέρει κανένας για τη ζωή του. Όπως σας είπα, ήταν πολύ κλειστός τύπος».  
Δελφικές γιορτές Γ΄μέρος
  Με την Αννα Σικελιανού, τη δεύτερη γυναίκα του παππού του, συναντήθηκε μία μόνο φορά πριν από τρία χρόνια. «Μου έδειξε οικογενειακές φωτογραφίες. Δεν έχω έκτοτε επαφή μαζί της. Η ανιψιά μου η Ελένη έχει διατηρήσει κάποια επικοινωνία».
«Είμαι περήφανος που λέγομαι Σικελιανός και κατάγομαι από την Ελλάδα. Η ελληνολατρία της Εύας με συγκινεί. Το πάθος του Άγγελου για τη ζωή με γοητεύει. Νιώθω ένας γνήσιος απόγονός τους».
Η ΑΝΝΑ
   Η Άννα Σικελιανού (Αθήνα, 1904-26 Μάη του 2006) ήταν η δεύτερη σύζυγος του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Η Άννα Καμπανάρη, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904, παντρεύτηκε στα 18 της τον γιατρό Γιώργο Καραμάνηιδρυτή του πρώτου σανατόριου στην Ελλάδα
  Το 1938 γνωρίζει τον Άγγελο Σικελιανό-χωρισμένο πλέον από την Εύα Πάλμερ. Ερωτεύονται, ανταλλάσσουν παθιασμένες επιστολές - «Γράμματα στην Αννα» («Ίκαρος» 1998) και τελικά παντρεύονται στις 17 Ιουνίου του 1940. Ήταν και για τους δύο ο δεύτερός τους γάμος, επισφράγισμα ενός μεγάλου έρωτα.  Έζησαν 11 χρόνια μαζί
  Από το θάνατό του ποιητή, η Άννα Σικελιανού για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα έμαθε να δουλεύει τον αργαλειό και ύφαινε κατά παραγγελία. Έγραψε τα βιβλία «Η ζωή μου με τον Άγγελο» (εκδόσεις Εστία) και «Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός» (2002).  Από τις 19 Ιουνίου του 1951 που ο ποιητής πέθανε, η Αννα Σικελιανού, έμεινε μόνη της. 
  Και στις 26/5/2006, στον «Ευαγγελισμό» όπου νοσηλευόταν με λοίμωξη του αναπνευστικού, «έφυγε» κι εκείνη, στα 102 της χρόνια, έχοντας συμπληρώσει 55 χρόνια χηρείας, μοναξιάς και απόλυτης αφοσίωσης στη μνήμη του. Θα ταφεί στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝΝΑ
    Ο Άγγελος το 1938 γνωρίζεται με την Άννα Καμπανάρη – Καραμάνη (είκοσι χρόνια μικρότερή του), σύζυγο του γιατρού Γιώργου Καραμάνη.   Ο έρωτας τους,  παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, είχε πάθος και ένταση από τη πρώτη στιγμή που γνωρίστηκαν. Ερωτεύονται, ανταλλάσσουν παθιασμένες επιστολές που αρχίζουν από τις 14 Απριλίου 1938. 
  Η Άννα Καραμάνη διέμενε ακόμη τότε στο Βόλο με το σύζυγό της , από τον οποίο χώρισε ένα χρόνο περίπου μετά. Χωρίζουν αμφότεροι και τη Δευτέρα 17 Ιουνίου  1940 παντρεύονται .
«Πηγή πηγών, η ένωση μας είναι απόλυτη τελειωτική…» είναι οι πρώτες λέξεις που της απευθύνει ο ποιητής στην επιστολή του. Ενώ τα πρώτα λόγια της Άννας ήταν: «Ήρεμη που ήταν η γνωριμία μας…»
Χρόνια αργότερα, μετά την μοιραία συνάντηση με τον Άγγελο Σικελιανό, που κατέληξε στην διάλυση του γάμου της με τον γιατρό Γιώργο Καραμάνη, ιδρυτή του πρώτου σανατορίου στην Ελλάδα, η Άννα θυμάται :
   "Όταν απαντηθήκαμε, δίχως να πούμε κανένα λόγο, γελούσαμε τόσο πολύ από χαρά, που το κουβάρι του πόνου ξετυλίχτηκε όλο με μιας από μόνο του. Τι αλάφρωση για την καρδιά! Από το γερτό παράθυρο μπαίνει ένας φίλος, το φεγγαράκι, οι φωνές των παιδιών από το δρόμο, τα κουδουνίσματα των αμαξιών και τ' αρώματα από τους κήπους που ξεχύθηκαν να φτάσουν ως εμάς. Μια απλή ζωή που τρέχει σαν νεράκι. Μόλις ξεμακρύνω, μου γράφει πάλι: «Έτσι είμαι κλεισμένος στη μικρούλα κάμαρα πιστά κι υπομονετικά, γιατί πιστεύω πως μια μέρα θα φτερουγίσω απέραντα μαζί σου μες στο φως και τη δροσιά και στ' αρώματα της τέλειας λευτεριάς". Και σε λίγες μέρες, πριν φύγει για την Αθήνα:
«Δυο αστέρια ταξιδεύουνε απάνω από βουνά και πέλαο
για να σμίξουνε σε λίγο, σ' ένα μόνο Άστέρι Αιώνιο Μυστικό!
η Άννα Αγγέλου Σικελιανού
ο Άγγελος Άννας Σικελιανού!»
.
"Όταν μου 'δωσε για πρώτη φορά τ' όνομά του, μια γλυκιά ζάλη από περηφάνια για ό,τι μου εμπιστευότανε γέμισε όλη μου την ύπαρξη και φοβήθηκα για τ' αποτελέσματα, μα τώρα που μου το ξανάδωσε και πήρε κι εκείνος το δικό του από μένα, σαν να φόρεσα μιαν αρματωσιά που με προστάτεψε για πάντα από κάθε άλλη φιλοδοξία και προχώρησα άφοβα προς το θαύμα της ζωής που ετάξαμε στον εαυτό μας με πίστη, ευλάβεια κι αλήθεια!
Ξαναγύρισε στην Αθήνα' θα χρειαστεί σε λίγο να τον ακολουθήσω κι εγώ για τις διατυπώσεις του διαζυγίου μου.
Η ζωή, που μου χάρισε έναν Άγγελο, μου ζήτησε απαράδεκτη πληρωμή όταν έπρεπε να καταθέσω πως ο Γιώργος μού φερνότανε άπρεπα. Πίστευα πως δεν θα μιλούσα ποτέ γι' αυτόν παρά για την καλοσύνη του, την ευγένειά του, την τιμιότητά του, τις γλυκές φροντίδες του και για το φαρμάκι που άθελά μας τον ποτίσαμε. Αλλά όχι, ένας γάμος δεν λύεται με παινάδια, πρέπει να μπεις στο ψέμα, στις δικολαβίες, για να πάρεις το συχωροχάρτι, κι ο Έρωτας κι ο Πόνος μπλέχτηκαν τότε σε μια ρίζα αξεχώριστη."
     Γράφει η Άννα στο Άγγελο
«Άγγελε, εσύ θα με σώσεις, θα με πας εκεί π’ αρχίζει ο ζωντανός αέρας και κυλάνε τα νερά».
«Άγγελε, οι ώρες είναι ασάλευτες, γλυκέ μου, τις εγέμισεν ο χωρισμός σου και πλάτυναν και βάρυναν και γίνηκαν σκληρές και αλύγιστες. Άγγελέ μου, καρδιά μου και σκέψη μου, πίστεψε, μα πίστεψε πως δε μπορώ, δεν θέλω ούτε να έχω ζήσει ως την Αγία Στιγμή που μ΄ άγγιξε το μάτι σου. Δεν έχω ζωή, δεν έχω παρελθόν, δεν θυμάμαι τίποτε, δεν γνώρισα ανθρώπους, ούτε τις χαρές τους, ούτε τις πίκρες τους, ούτε τις τέχνες τους, ούτε τους νόμους τους, ούτε τους δεσμούς τους. Είμαι ελεύθερη και μόνο δική Σου, Εσύ Ομορφιά και Έρωτα . Θε μου τι ‘ναι ο Έρωτάς Σου!
Άγγελε, Άντρα μου, τούτο σου λέω μόνο, δεν πρόκειται να ζήσω μακριά Σου, Εσύ αποφάσισε, αν θέλεις να ζήσω. Θε μου, σου μιλώ για τη ζωή μου και ντρέπομαι. Ξέρεις πως δεν τη λογαριάζω πιο πολύ από ένα μαραμένο φυλλαράκι, όχι χωρίς την αγάπη Σου μα και χωρίς την παρουσία Σου. Είσαι το ψωμί και το νερό, η φωτιά κι η στέγη μου, αν δεν βλέπεις πεινώ και διψώ και κρυώνω, και με καίει ο ήλιος και με παγώνουν οι νύχτες.
Αγάπη μου, Αγάπη μου, ζέστανέ με μέ την αναπνοή Σου, ξεκούρασέ με με  την ομορφιά Σου, στόλισέ με μέ τη χάρη Σου. Δεν έχω τίποτε δικό μου, όλοι οι θησαυροί που παίζω είναι δικοί Σου, πλασμένοι με τα δάχτυλά Σου τα roses.
Άγγελε, Άγγελε, λατρεία μου, χρυσό μου όραμα, Σε περιμένω γονατιστή με τα χέρια στην καρδιά και με όλο τον πόνο του πόνου Σου!».
        Γράφει ο Άγγελος στην Άννα
«5.9.1938
Αν άνθεξα στη ζωή ως την ώρα που σ’ αντάμωσα, ήταν γιατί βαθιά μου πριν να Σε γνωρίσω Εσένα, μόνο Εσέ αγαπούσα, κι αν υψώνομαι τεντώνοντας απ’ την ψηλότερη κορφή της ζωής μου την ώρ’ αυτή το τόξο της ψυχής μου, είναι γιατί είσαι πια στο πλάι μου, στη ζωή και πέρα απ’ τη ζωή!
Ναι, Σ’ αγαπώ και μόνο Σ’ αγαπώ!»
17.9.1938
Ζωή μου, Ζωή μου!
Σ’ αγαπώ!
Μαζί ως τον τάφο, μες τον τάφο, πέρα από τον τάφο!
22.9.1938
¨όχι δεν σ’ το ‘πα ακόμα, ζωή μου, πόσο Σ’ αγαπώ! Αλλά ο Θεός, ο Θεός θα με βοηθήσει να σ’ το πω, όπως δεν ειπώθηκε ποτέ στη γη!
    (Δεν αναφέρεται ημερομηνία, αλλά γράφτηκε μέσα στον Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο 1938)
Πνοή μου, μόνη, μόνη, μόνη μου Πνοή!
Όλη τη νύχτα, όλη την ώρα, θείε καημέ μου, μόνο στήριγμα της Ύπαρξής μου, ΕΤΡΕΜΑ ΓΙΑ ΣΕ!
Πνοή μου αν μ΄αγαπάς μ’ ακέρια παντοδύναμη την προοπτική της ζωής μας, του προορισμού μας, αναπάψου λίγες μέρες, θέλησε να γίνεις δυνατή και ισόρροπη για τη μεγάλη αυτή Ζωή και το μεγάλο Προορισμό της!
Άννα μου, Άννα, είναι του είναι μου, ούτε πατέρας, ούτε μάνα, ούτε αδέλφια, ούτε Εραστής, ούτε Άντρας εταχτήκανε ποτέ όπως τάχτηκα σε Σένα, Ζωήμου! Ξέρε το! Μα και γι’ αυτό κρατήσου από τη Θεία ΤΡΕΜΟΥΛΑ μου για Σε και ΠΙΣΤΕΥΕ με! Η είδηση πως είχες λίγο πυρετό, έστω και δέκατα, με τάραξε τόσο πολύ! Ο σφυγμός μου κρέμεται από το σφυγμό Σου κι η καρδιά μου απ’ την καρδιά Σου! Πρόσεξε την Άννα μου, αν αλήθεια μ’ ΑΓΑΠΑΣ, γιατί η ζωή και η υγεία της Άννας μου είναι μόνο πια για με η υγεία μου και η Ζωή μου!
Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη μου Άννα!»
ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Απαγγελία Σικελιανού
Η ιδιομορφία στις δύο σχέσεις του Σικελιανού, ίσως να οφείλεται στο γεγονός πως οι δυο γυναίκες που πολύ αγάπησε δεν φαίνεται να βρίσκονται σε αντίθεση. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η μία συμπληρώνει την άλλη. Και οι δύο, πάντως, στάθηκαν μέχρι το τέλος στον ποιητή. Στιγμή δεν έπαψαν να τον αγαπούν, να τον τιμούν και να τον προσέχουν!
Τραγουδά η Μαρία Φαραντούρη
«Η αγάπη δεν είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο, αλλά να βλέπουμε μαζί προς την ίδια κατεύθυνση.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.